Τα μαρτύρια της νέας θρησκείας

Όταν πια τα βασανιστήρια είχαν πάρει μορφή χιονοστιβάδας, όλο και περισσότεροι διεστραμμένοι εισχωρούσαν στους κόλπους της νέας θρησκείας, που τους πλημμύριζε χαρά και τους έχτιζε με θάνατο, ως γέφυρα της επόμενης ζωής.
Αρκετοί επιθυμούσαν την αυτοκτονία αλλά δείλιαζαν, εγγράφονταν λοιπόν στις τάξεις των νέων μαρτύρων για να καταφέρουν να δώσουν την αφορμή στα όργανα της τάξης να τους περιποιηθούν. Ο θάνατος επιτυγχανόταν αργά, γιαυτό και η απόλαυση ήτανε μεγάλη για κάθε πλευρά.
Οι βιτσιόζοι γουστάρανε πολύ αυτή την νέα μόδα, τους προσφέρονταν μια τεράστια γκάμα μηχανισμών, βίαιων οργάνων κι αιχμηρών εργαλείων. Φορούσαν τα πιο  πρόστυχα ενδύματα που έβρισκαν και επιδίδονταν σε ένα ατέλειωτο παιχνίδι πόνου.
Αρκετοί πήγαιναν για εθελοντές σαδιστές και οι μαζοχιστές που βουτούσαν με λαγνεία στα νέα αυτά ήθη, έκαναν ουρά και διάλεγαν, ένας, ένας στη σειρά, με σύνεση, τον φορτωτή τους. Κάποιοι θέλανε να αισθανθούν το δέρμα τους να γδέρνεται, άλλοι επιθυμούσαν να χυθεί επάνω τους καυτό λάδι, να κλειστούν σε κουβούκλια σαν φέρετρα και να κατατρυπηθούν ή να δεθούν χιαστί και να τεντωθούν μέχρι να σκιστούν οι μύες και να αποκοπεί κάθε μέλος τους.
Υπήρχαν κι άλλοι, οι περισσότεροι, που ηδονίζονταν με τη μυρωδιά από τη βρώμα, τη σήψη, τη σαπίλα του αίματος που έρεε άφθονο σαν το κρασί που έπινε το ακροατήριο, την ώρα που ευχαριστιόταν από τα ουρλιαχτά της λύτρωσης.
Δεν ήταν λίγοι κι εκείνοι που προχωρούσαν σε δημόσιους βιασμούς ανηλίκων, ώστε το κράτος να τους παράσχει την πολυπόθητη τιμωρία της καυλοτομής, αφού θεωρούσαν πως μόνο έτσι θα εξιλεώνονταν από τα δαιμόνια της λαγνείας.
Ένα ολόκληρο στάδιο γεμάτο κόσμο ηδονιζόταν καθημερινά με τις ποσότητες αίματος που βάφανε ακόμη και την καυτή πίσσα, κόκκινη. Σπέρματα γέμιζαν κάθε σημείο που βασανιζόταν κάποιος τυχερός.
Όλη αυτή η απίστευτη καύλα που είχε συσσωρευτεί τους προηγούμενους αιώνες, βρήκε την πολυπόθητη  διέξοδο μέσα από τη φρίκη που προσέφεραν τα μαρτύρια της νέας θρησκείας.

Ζωή και φόλα

Θα πάω κολέγιο
όχι μακρυά απ΄το πατρικό
να΄ρχομαι τα σαββατοκύριακα
θα γίνω καθηγητής
θα γυρίσω να διδάξω στο τοπικό σχολείο

Στα 30 θα παντρευτώ την Μαρίκα
που 'ναι καλό κορίτσι και θέλει να με πάρει
τις Κυριακές θα καλούμε και την άλλη Μαρίκα
την παιδική της φίλη
για μπάρμπεκιου, μετά την εκκλησία
θα κάνουμε δυό παιδιά
θα πάρουμε αυτοκίνητο
χωρίς τις εκδρομές

Στα 40 δεν θα αντέχω τις φωνές
θα αρχίσω το ποτό
θα κανονίζω κάποιες νύχτες να βρίσκω και καμιά φιλενάδα

ΜΩΒ

Μωβ ειναι το αγαπημενο μου χρωμα
το χρωμα του πενθους
μα θα το βρεις και στα ρουχα των τσιγγανων
Σαρεσει κι εσενα 
Χωρις να σκεφτεσαι γιατι
Απλα επειδη αρεσει σε μενα
Μωβ η αγαπη που σου χαρισα
Μωβ τα φιλια και τα χειλη παγωμενα
Σου γραψα κειμενα θλιμμενα
Μα το μωβ θα μου αρεσει με η χωρις εσενα.

Στους Δρόμους


Μια μέρα έχω όνειρα
να βγω χωρίς ταυτότητα
και μια κραυγή πελώρια
να αφήσω εδώ αιώνια
Στους τοίχους και τις λαμαρίνες
να αφήσω την υπογραφή μου
Στους δρόμους με στάχτη
να αφήσω τα ίχνη μου
Και σαν το φοίνικα
το ουτοπικό που ονειρεύομαι
να γίνει πραγματικότητα

Ένας αναπάντεχος πυροβολισμός

Σύρθηκες ύπουλα προς το μέρος μου
ήταν αναπάντεχο
πάτησες τη σκανδάλη με λύσσα
πολλές φορές να σ'ακούσουν κι οι γείτονες
ήρθε η σειρά σου να καμαρώσεις

Πυροβόλησες την καρδιά μου
κι απ΄τις τρύπες χύνονται τα λάθη μου
Το ΄ξερα πως θα με καταστρέψεις
γιαυτό προσπάθησα να το κάνω πρώτος
Τι μάζεψες μέσα σου κι εσύ
για να φερθείς έτσι;

Ο έρωτας μόνο δυστυχίες μου φέρνει
Κι εσένα σ΄αρέσει να με βλέπεις έτσι
σου τονώνει τον εγωισμό
στο χρωστάω κιόλας.

Το μόνο μου παράπονο είναι στην ουσία που έκανα τα πάντα να προφυλαχτώ
μα πάλι στο ίδιο σημείο βρέθηκα
Εκεί από όπου ξεκίνησα κι ήξερα πως θα καταλήξω!

Νύχτες Κρεπάλης


Στιγμές είναι και σβήνουν
κι ύστερα πάλι αγκαλιά το μαξιλάρι
μόνο οι αναμνήσεις μένουν
 κι ύστερα πάλι στο κυνήγι θησαυρού
Κάθε βράδυ το πάθος σου να σβήσεις
κάθε νύχτα στους δρόμους της πόλης
στα πιο έμμεσα και τα πιο άμεσα σημεία αναφοράς
να συναντάς τους φίλους, τον έρωτα,  
την κινητήριο δύναμη,
μια βραδινή έξοδο για να μην φανείς γεροντοκόρη επιβάλλεται!
Μέχρι να βαρεθείς, αυτό είναι όλη σου η ζωή,
η ύπαρξη σου βασίζεται σε μια εικόνα, μια κίνηση των γοφών,
γύρω σου μαζεύονται άγγελοι και δαίμονες,
έτοιμοι να σε κατασπαράξουν, έτοιμος να παρασυρθείς
μια κακοσμία ή ένα φανταχτερό περιτύλιγμα
και την επόμενη μέρα μήνυμα
 Κι ύστερα συνάντηση κι ύστερα πάλι κενό
η λύτρωση αυτή μοιάζει με δίψα
δίψα σε μια έρημο από όλα όσα ζητάς
και πάλι δεν σου φτάνει τίποτα
το πηγάδι με το νερό να΄χεις μπροστά σου
πάλι απ΄το παγούρι θα ψάχνεις να πιεις...
 Κι ύστερα πάλι στο κυνήγι του θησαυρού,
το τρόπαιο έχει πολλές μορφές,
πολλές μορφές και η κορύφωση του πάθους
μια μονάχα όμως είναι η μορφή κι η αίσθηση της λύπης σου,
μια μονάχα η θλίψη της ατέρμονης αναζήτησης,
άλλη μια φορά να βρεθείς στην πασαρέλα,
άλλη μια φορά να επιδείξεις ό,τι καλύτερο έχεις...
 Κι όταν αυτά περάσουν την απλή τη βόλτα θα θες να κάνεις,
γύρω από μάρμαρα κι ερείπια μιας άλλης εποχής να βρεθείς,
τις συζητήσεις και τα θέατρα θα αναζητείς
και στα βιβλία τις ιστορίες των άλλων να διαβάζεις
που δεν έζησες κι εμπειρίες να αποκτάς.
Πως να γυρίσεις πίσω τώρα που απομυθοποίησες την πλαστή μας τη νεότητα;


Αναγκασμένος να ντύνεσαι στα μπλε



Μεγαλώνεις αναγκασμένος να ντύνεσαι στα μπλε, σε ρωτάνε πάντα αν θέλεις “ να παντρευτείς” το κοριτσάκι με τα ροζ  κι επιτρέπεται να παίζεις πάντα με όλα εκτός από τις κούκλες ή τα κουζινικά, που είναι μόνο για τα κορίτσια με τα ροζ. Βέβαια δεν μπορείς να γίνεις ζωγράφος, ούτε μάγειρας, όταν μεγαλώσεις, αλλά επιτρέπεται να παίζεις πόλεμο, με όπλα, σπαθιά και άλλα παρόμοια, να εξελίσσεσαι σε έναν καυγατζή. Στο σχολείο οι καθηγητές σπάνια θα σε τιμωρήσουν επειδή έδειρες άλλα παιδάκια. Μάλλον εκείνα που ζήλευες, επειδή τους επιτρεπόταν να παίζουν με κούκλες.
Αποφεύγεις να μοιράζεσαι τα παιχνίδια σου, ζηλεύεις κι όλα όσα έχει το άλλο παιδάκι.
Όταν μεγαλώσεις και τύχει να γίνεις δολοφόνος θα μπεις φυλακή ή θα μένεις σε βίλα.

Στα 10 σίγουρα θα πρέπει να έχεις αρχίσει και το ποδόσφαιρο, για να βρείς και σημείο επαφής με τον πατέρα σου. 

Μαθαίνεις να προσεύχεσαι στον Χριστούλη, όχι επειδή αισθάνεσαι την ανάγκη αλλά επειδή πρέπει όπως λέει κάποιος μεγαλύτερος σου να προσευχηθείς για κάποιον δικό σου...
Φοβάσαι στο σκοτάδι, ο διάβολος παραμονεύει κάτω απ΄το κρεβάτι, το ίδιο κι ο γύφτος έξω στο μπαλκόνι, αν κάνεις φασαρία. 
Πηγαίνεις στην εκκλησία φιλάς το χέρι του χρυσοντυμένου Παπά, που μόλις έχει σκουπιστεί... Ανάβεις κεράκι, ντύνεσαι προσεγμένα και θεωρείς πως στην αρχαία Ελλάδα οι άνθρωποι νόμιζαν για θεούς τα καιρικά φαινόμενα. 
Ντρέπεσαι όταν μένεις γυμνός και το σεξ είναι κάτι κακό κι απαγορεύεται...ακόμα!

Το τσιγάρο ακριβό και δύσκολο, σε βοηθάει όμως να ανέβεις σκαλί στη κοινωνική κατάταξη της εφηβικής απελευθέρωσης. Παρόλα αυτά κρύβεσαι ακόμα απ΄τους γονείς μέχρι να φτάσεις 30 για να απαιτήσεις γενικά την αποδοχή τους. Θα τα καταφέρεις; Τώρα με την ανεργία είστε όλοι αναγκασμένοι να παραμείνετε μαζί.
Ευτυχώς όμως, ο πατέρας σου ζεί, μοιράζει χαρτζιλίκι γιατί περηφανεύεται που ΄χεις γκόμενα. Και εκείνη μαθημένη απ΄την μάνα της, για να σε κρατήσει θέλει τα δωράκια της.

Ποιός άλλωστε είναι ο σκοπός των γονιών όταν κάνουν παιδιά; 
Να τους φέρουν ένα ποτήρι νερό στα γεράματα.

Τα μπάσταρδα σκυλιά


Μόνο τα μπασταρδεμένα σκυλιά επιβιώνουν στους δρόμους των βρώμικων μεγαλουπόλεων
αλλά όχι όλα κι όχι για πάντα.

Επιβιώνουν τα τσομπανόσκυλα δεμένα σε βαρέλια, στους έρημους δρόμους των καθαρών χωριών;

Είναι πιο ανθεκτικά, αλλά λιγότερο ανεξάρτητα απ΄τις γάτες.

Είναι λένε οι καλύτεροι φίλοι μας
κι όμως πόσες φορές έτυχε να μας επιτεθούν αγέλες;

Μα για στάσου, και με τους ανθρώπους το ίδιο δεν συμβαίνει,
κι ας μιλάμε την ίδια γλώσσα πάλι δεν τυχαίνει να γαβγίζουμε;

Όμως ποια θα ήταν η τύχη των καθαρόαιμων
αν ζούσανε μόνα τους στην πόλη;

Πως θα ήταν η πόλη μας με καθαρόαιμους ανθρώπους;

Ποια θα ήτανε η ομορφιά, πως θα ξεχώρiζαν
χωρίς να τα συγκρίνουν με τα ημίαιμα,
και τελικά ποια θα επιζήσουν σε μια καταστροφή;

Το πανηγύρι των ξωτικών



Σκιές στο ημίφως χορεύουν, συμφωνούν
ποιήματα να τραγουδήσουν
Πόσα πιθάρια σπάσανε το γλέντι για να στήσουν

Κι οι Ερινύες με ζήλο προσπαθούν
τον όρκο να ξυπνήσουν
μια νύχτα μόνο χρειάστηκε να πιούν και να μεθύσουν 


Το Μπλέ Κερί

Το κερί είναι μια παρηγοριά,
μια συντροφιά
η φλώγα του μικρή κι όμως ζεσταίνει το δωμάτιο όλο.
Πόστα τέτοια κεριά έχω λιώσει!
Αν σηκώσω το βλέμμα μου, απ΄το παράθυρο θα δώ το φεγγάρι,
μα και πάλι εγώ θα ζούσα στη σκοτεινή πλευρά του.
Όταν μάθω να αγαπώ το μπλέ
ίσως μου ζητήσεις κάποια μέρα να ΄ρθω να γεράσουμε μαζί.

Αφιερωμένο στην Candy Blue του Voice Off


Ο Κινηματογράφος

Κρατάς τα μάτια σου ανοιχτά, μπροστά σε μια οθόνη
και ζείς όλα όσα βλέπεις..
ωραίο πράγμα ο κινηματογράφος!
Θυμάμαι που μου 'λεγε ο πατέρας μου
πως στην ηλικία μου ονειρευόταν να αποκτήσει έναν μικρό κινηματογράφο
σπίτι του,
τότε δεν είχαν ανακαλυφτεί αυτά,
να βλέπει όποτε θέλει...
μπροστά στην τηλεόραση πέθανε.