Για ούζα στο Αιγαίο


Λίγο πριν το σούρουπο είναι μια ιδανική ώρα, να απολαύσεις το απέραντο μιας ήρεμης θάλασσας. Παρέα με μεζέδες κι ένα περιοδικό. 

Μπροστά στο τόσο μπλέ και βεραμάν και γκρίζο, ταιριάζει μονάχα ούζο. 

Ο καφές είναι μόνο για το πρωί, μα όσους και να πιεις σε τούτο δω το μέρος, δεν σε ξυπνάνε!

Θέλεις να χουζουρεύεις σαν γατούλης, τρίβοντας την ουρά σου γύρω από τα πόδια περαστικών. 

Ακόμη και σε καιρούς με φουρτούνα και μπουρίνια, πάλι η ενέργεια του νησιού είναι μοναδική. Μαζί με την άγρια φύση και τα λιγοστά σπιτάκια, με τα φθαρμένα παραθυρόφυλλα και τα οξειδωμένα κάγκελα, η χαλάρωση, που προσφέρει η Ικαρία, είναι ευεργετική.

⚓

Για μια χώρα γεμάτη νήσους και διαφιλονικούμενα χωρικά ύδατα, ο καθένας θα έπρεπε να έχει το καΐκι του, το μικρό του κότερο, να κόβει βόλτες στο Αιγαίο, όπως με το αμάξι του, να βγάζει δίπλωμα ναυτικό από τα 18. Να ταξιδεύει, χοροπηδώντας, από νησί σε νησί, μέχρι το Καστελόριζο. Αλλά όχι, πρέπει να θεωρείσαι κροίσος για να έχεις βάρκα, να πληρώνεις κερατιάτικα τα κέρατά σου στην εφορία, για να βλέπεις κυρίως ρημαγμένες μαρίνες, που ανήκουν στην εκκλησία. 



Το καρτοτηλέφωνο στην πλατεία

Η ρουτίνα κάθε καλοκαιριού ήταν ίδια. 

Μετά τη θάλασσα για τους μικρούς είχε καρουζέλ στην ΕΡΤ, μπαρμπούνια τηγανητά, μεσημεριάτικο ύπνο. Για κάποιους ξεκούραση από τα χωράφια, ενώ για άλλους ήταν τάβλι και φραπές, στο καφέ, που ήταν χτισμένο σε ένα πελώριο βράχο πάνω από τη θάλασσα. Το βράδυ σερβίριζε αμερικάνικα, μπέργκερ με πατάτες, μαζί με κέτσαπ που έπρεπε να ζουλήξεις το κόκκινο, κυλινδρικό, σωληνάριο και να το χτυπάς πάνω κάτω για να βγεί. Είχε και πίτσα, αυτή την επαρχιώτικη συνταγή, πάνω στο τσίγκινο ταψί. Τα κοκτέιλ έρχονταν με αυτή τη κινέζικη, ξύλινη, ομπρελίτσα, ενώ τα παγωτά γαρνίρονταν με τη κλασική σαντιγύ και αυτό το απαράδεκτο, γυαλιστερό, κερασάκι.

Οι μεθυσμένοι εκνεύριζαν τη Μαρία, που έφτιαχνε τα τοστ, πάντα σε μακρόστενα αφράτα ψωμάκια, αφού συχνά έπρεπε να επαναλαμβάνει, ακόμα και παραπάνω από τρεις φορές πως δεν είχε τυροσαλάτα! 

"Ωραία" έλεγαν, το σκέφτονταν λίγο, ξύνοντας το μέτωπο κατσουφιασμένοι, <<τότε βάλε μου τυρί, ζαμπόν, ντομάτα, τυροσαλάτα>>, <<Εεε σορυ, τυροκαυτερή είπες έχει;>> 

Στο μοναδικό θάλαμο τηλεφώνου που είχε η πλατεία, κάποιοι έβρισκαν τηλεκάρτες, για τη συλλογή τους, εκείνες που άφηναν οι φαντάροι ή οι μετανάστες από Ανατολικό μπλοκ. 

Ξενοδοχείο Παρθένων

Θερμά Λουτρά Ικαρίας

Κάθε χρόνο αφήνω πίσω πράγματα, ανεξερεύνητα, για να επιστρέφω πάντα, ξέροντας πως έχω ακόμα κάτι καινούργιο να ανακαλύψω. 

Διασχίζοντας πάνω σε δύο ρόδες τον αμαξωτό, η αίσθηση ελευθερίας μοιάζει πάντα μεγαλύτερη, αν κι αυτό προσφέρεται σε αφθονία εδώ στην Ικαριά. 

Στην άκρη των ματιών μου μαγνητίζονται, αναπάντεχα, εικόνες που δεν είχα ξαναδεί, σημεία που περιμένουν να αποκαλυφθούν.
Μονοπάτια μυστικά που οδηγούν σε άγνωστα ξωκλήσια, χτισμένα σε πλαγιές προστατευμένα από τους πειρατές. 

Στις στροφές παραμονεύουν οι αέρηδες, εκεί που ξεπηδούν τράγοι από το πουθενά, καμαρωτοί κι αγέρωχοι κοιτώντας πάνω από τα διερχόμενα αυτοκίνητα. 

Οι σκιές από τις ανεμογεννήτριες θυμίζουν δράκους, οι προπέλες τους κοστίζουν ψευδαισθήσεις. Σαν πτεροδάκτυλοι που κάνουν κύκλους στον αέρα, γύρω γύρω πάνω από τα ανυποψίαστα θυράματα. 

Ενα καταπράσινο φαράγγι, ανάμεσα στις κορυφές των βουνών το άπειρο, τυλιγμένο με αιθαλομίχλη.
Σαν να αλείφει ο ουρανός σύννεφα πάνω στη θάλασσα.
🏞️

Τα Ανεξερεύνητα

 

Κάθε χρόνο αφήνω πίσω πράγματα, ανεξερεύνητα, για να επιστρέφω πάντα, ξέροντας πως έχω ακόμα κάτι καινούργιο να ανακαλύψω. 


Διασχίζοντας πάνω σε δύο ρόδες τον αμαξωτό, η αίσθηση ελευθερίας μοιάζει πάντα μεγαλύτερη, αν κι αυτό προσφέρεται σε αφθονία εδώ στην Ικαριά. 

Στην άκρη των ματιών μου μαγνητίζονται, αναπάντεχα, εικόνες που δεν είχα ξαναδεί, σημεία που περιμένουν να αποκαλυφθούν.

Μονοπάτια μυστικά που οδηγούν σε άγνωστα ξωκλήσια, χτισμένα σε πλαγιές προστατευμένα από τους πειρατές. 

Στις στροφές παραμονεύουν οι αέρηδες, εκεί που ξεπηδούν τράγοι από το πουθενά, καμαρωτοί κι αγέρωχοι κοιτώντας πάνω από τα διερχόμενα αυτοκίνητα. 

Οι σκιές από τις ανεμογεννήτριες θυμίζουν δράκους, οι προπέλες τους κοστίζουν ψευδαισθήσεις. Σαν πτεροδάκτυλοι που κάνουν κύκλους στον αέρα, γύρω γύρω πάνω από τα ανυποψίαστα θυράματα. 

Ενα καταπράσινο φαράγγι, ανάμεσα στις κορυφές των βουνών το άπειρο, τυλιγμένο με αιθαλομίχλη.

Σαν να αλείφει ο ουρανός σύννεφα πάνω στη θάλασσα.

🏞️

Πιξελαρισμένες αναμνήσεις

Κάθε βράδυ βρίσκονταν παρκαρισμένα μια ντουζίνα μηχανάκια, απέξω από το αναψυκτήριο, άλλος με το παπί κι άλλος με τη Yamaha, συζητώντας για μοτορ κρος. Έπαιρναν δυό ξυλάκια ο καθένας, αλλά η μερίδα πατάτες ήταν η σπεσιαλιτέ. Η σύζυγος του αφεντικού ήταν ξένη, η Αννέτ, μαζί της είχε φέρει και συνταγές. Κάθε παρέα έπρεπε οπωσδήποτε να σταματήσει και για μια δική της τηγανιά πατάτες, που προηγουμένως της άφηνε στο νερό, έτσι βγαίναν τραγανές, καλύτερες και από εκείνες των McDonald's. Που βέβαια το '80 εδώ κανείς δεν τα ήξερε, σε αντίθεση με το Βελιγράδι. 

Κρατώντας μερικά μπουκάλια μπύρες σε μια σακούλα, μη βιοδιασπώμενη, που κάποιοι μάλιστα τις άνοιγαν με τα δόντια, γκάζοναν στις ανηφόρες, μέχρι να βρεθούν σε εκείνο το σημείο που η θέα ήταν καλύτερη. Μαζεύονταν γύρω από την εκκλησία, πίσω της ένα ξέφωτο που όποιοι το περπατούσανε παρέα, καρφώνονταν στους υπόλοιπους. Έτσι διαδίδονταν τα νέα της εβδομάδας. Ο Μήτσος κι η Μαίρη που-ποιος-πως. Οι παπάδες βρίζαν τα κωλόπαιδα γιατί κανένα τους δεν μάζευε αποφάγια. Τα πρωινά της Κυριακής οι συγγενείς των νυχτερινών επισκεπτών, συναντούσαν τα απομεινάρια στα οποία χαλούσαν τα παιδιά το χαρτζιλίκι τους. Ήθελαν και οι μικρότεροι να βγαίνουν, να μένουν ως αργά τη νύχτα στην πλατεία, ταΐζοντας με δραχμές εκείνες τις αμερικάνικες μηχανές ηλεκτρονικών παιχνιδιών. Έριχναν τα κέρματα, το ένα μετά το άλλο, εκείνα τα χρυσά κατοστάρικα με τη μορφή του Μεγαλέξανδρου πίσω, συνεχώς τσακώνονταν, θύμιζε πρωτάθλημα το ποιό παιδί θα καταφέρει να σπάσει το ρεκόρ του προηγούμενου, ώστε να εμφανιστεί το δικό του όνομα γραμμένο στην οθόνη, με πιξελαρισμένα γράμματα. Τα πρώτα γκρικλις. 

Έπιαναν τόσο χώρο, προκαλώντας τέτοια ηχορύπανση σε συνδυασμό με τις φωνές, που οι γειτόνισσες έφτασαν σε σημείο να πάθουν επιληψία οι ίδιες, ακόμα κι αν βρίσκονταν μέσα στο σπίτι τους. 

<<Απαγορεύεται να βγεις το βράδυ, κυκλοφορούν βουρβούλακες>>, ενώ μια άλλη προσπάθεια αποτροπής να επισκεφτούν οι μικρότεροι τα φλιπεράκια ήταν το <<ας πάει στο διάτανο αν σου φανιστεί να πας κι εσύ σε αυτά τα πράγματα, εκεί συχνάζουν μόνο κάτι αλήτες, με την ακτινοβολία που έχει θα σταματήσει να μεγαλώνει το πουλάκι σου!>>

Αχλάδι Καπνιστό

Παραλία Κεραμέ Άγιος Κήρυκας Ικαρίας

Βγαίνοντας στον κήπο το πρωί στα ρουθούνια μου εισέβαλε μια περίεργη μυρωδιά διαφορετική. Ήταν έντονη και ξεχώριζε από εκείνη τη συνηθισμένη, όταν καίνε στο ξυλόφουρνο. Δεν έμοιαζε με τη γλυκιά οσμή που συναντάς στο χωριό. 

Νιφάδες διαφανείς έπεφταν γύρω μου, ακουμπώντας απαλά στο χώμα, στις γλάστρες, μα στα μαξιλάρια από καραβόπανο άφηναν σημάδια από κάρβουνο, σαν αναποδογυρισμένο τασάκι. 

Έφυγα για το λιμάνι, διασχίζοντας με φορτωμένο αμάξι, μια παράξενη ομίχλη. 

Περπατούσα παρατηρώντας γύρω μου, ψάχνοντας για λεπτομέρειες, με την απορία για την παράξενη αίσθηση ανησυχίας, που απέπνεε η ατμόσφαιρα. Ένα πούπουλο από φτερό κολλημένο στο καυτό οδόστρωμα.


Η επόμενη μέρα με βρήκε κουρασμένο, από το ολονύκτιο καθάρισμα του εξοχικού, που κάθε χρόνο η ευλογία του συναγωνίζεται κι από μια νέα κατάρα. Ένα σεμεδάκι καλύπτει την ηχορύπανση που παράγει η τηλεόραση, από το σαλόνι.

"Πολιτική προσαρμογή" λέει ένας τίτλος. "Δημοφιλές συμπλήρωμα διατροφής αυξάνει την ανεκτικότητα", βρήκαν οι επιστήμονες. 


Το καλοκαίρι έχει γεύση αχλαδιού, δύσκολα να υιοθετηθεί μια πρόταση όπως αυτή που ακούστηκε με τρόμο, για αποδοχή του καπνιστού λέει και στα παραθαλάσσια, εκτός από τα ορεινά, που βεβαίως εκεί ταιριάζουν με τα χιονισμένα. 


Η πολιτική είναι σαν τα κουβαδάκια που παίζουν τα μωρά, γεμίζουν άμμο και πηγαινοφέρνουν νερό με τον κουβά, από τη μια άκρη στην άλλη. Κάνουν πως μαγειρεύουν, πιάνοντας ένα βότσαλο που το βαφτίζουν πιπεριά, ένα άλλο μεγαλύτερο το βλέπουν ως ντομάτα, γύρω γύρω το τυρί είναι η άμμος η ψιλότερη, που περεχύνουν στο ανάμεσα και έτσι φτιάχνουν πίτσα. 

Στο τέλος ξεχνάνε και τα πλαστικά τους φτυάρια, να τα βρει το επόμενο παιδάκι, που θα πάει να σκάψει λάκκο στην ακρογιαλιά.

🌇

Summer 1991 TomBow drawing


Γιατί η επιμονή στο παρελθόν σήμερα όπως μέσα από την αναβίωση της μόδας, τόσο στο στυλ όσο και σε ευρείας αποδοχής πλατφόρμες όπως το Netflix, των #80s & #90s, μοιάζει να γίνεται αναγκαία και ενώ προωθείται από τους παλιότερους, ακολουθείται άνετα και με ευχαρίστηση, εξίσου και από τις νέες γενιές; 

Γίνεται αποδεκτή η τάση να επανέρχονται παλιές σειρές ή τα remake ταινιών, που αγαπήθηκαν, συντελώντας δυναμικά στη διαμόρφωση της κοινής κουλτούρας.

Οι ρευστοί καιροί προκαλούν αναστάτωση στο άτομο, οδηγώντας στο αίσθημα του εφήμερου, γι'αυτό και η τέχνη προσανατολίζεται στη νοσταλγία. 

Επειδή η ταυτότητα βασίζεται στη διάρκεια, γι'αυτό και δίνεται έμφαση στην επιστροφή παλαιότερων αισθητικών.

Έτσι το άτομο ανακουφίζεται γύρω από την αναζήτηση και την επαναπροσαρμογή μέσα στους κύκλους της ιστορίας, ακολουθώντας τάσεις που προσδιόρισαν τον προηγούμενο αιώνα. 

Επανεφευρίσκει το άτομο τον εαυτό του, μέσα σε ένα πλαίσιο, που ενώ αλλάζει, διατηρεί έντονα στοιχεία του παρελθόντος, που βέβαια ωραιοποιείται και προσφέρει την αίσθηση της διαχρονικότητας, καθώς η δυτική κοινωνία οδηγείται σε ένα αβέβαιο μέλλον. 

🍹🌴

Καλέ Σύκα!

Καραβόσταμο Ικαρία '21

 <<Καλέ σύκα!>> 

Θα βλέπουμε δέντρο και θα το φωτογραφίζουμε. 

Η Ομόνοια είχε τους ανθρώπους της, το καθεστώς τους έδιωχνε κι αυτούς, όπως και τα δέντρα. Κι έστηνε στη θέση τους ανεμιστήρες. Να μη λερώνουν τα παπούτσια.

Τα φρούτα τα κακομούτσουνα τα πέταγαν πίσω από καφάσια, έπρεπε όλα να είναι λεία, με τέλειο σχήμα, ειδαλλιώς δεν παρουσιάζονταν. Μα λίγοι κατάλαβαν πως τα γευστικότερα, ήταν  τα ζαβά, τα παρεκκλίνοντα, τα καθαρότερα κι ας φαίνονταν σκουλικιασμένα, μισοτρυπημένα από πουλιά, που τώρα πέφτανε σαν αστραπές στη θάλασσα. 


Με ένα ξερό σύκο και μια κουταλιά λάδι, στην Ικαρία επιβίωσαν στην κατοχή, όσοι προλάβαιναν και δεν κατέληγαν να πέφτουν, στο άκυρο, νεκροί μπρος στη πλατεία. 

Αν δεν τα μαζεύεις πέφτουν σάπια στην αυλή και λερώνουν, σαν κολλούν στην γκρίζα πλάκα. 

Στην αγορά πωλούνται ως λιχουδιά πολυτελή. Αναρωτιέμαι για πόσο ακόμα θα απλώνω το χέρι να τα φτάνω.


Πως οι γονείς όταν χάνουν τα παιδιά τους, εκεί που εύχονταν να μην υπήρχαν, γιατί δεν γίναν όπως τα φαντάζονταν, μα δε μπορούσαν να σκεφτούν χωρίς αυτά πως θα 'ναι. 

Όλοι αλλιώς τα λογάριαζαν. 

Οι συκιές είναι αυθάδικες. 

Φυτρώνουν μέχρι και στις τούρκικες τουαλέτες του στρατού. Στις πέτρινες στέγες των σπιτιών.

Καίγονται δίπλα στα χωράφια, μαζί με τα εξοχικά, που ένα λάστιχο στη βεράντα τι να κάνει; Μπορεί να κατάβρεξε κορμιά μεγάλα και μικρά κάθε καλοκαίρι, μετά το μπάνιο, το μεσημεριανό, να δημιούργησε χιλιάδες αναμνήσεις. 


Ο καημός του καθενός μεταφράζεται αλλιώς. 

Η ευλογία κι η κατάρα ζούνε στην ίδια πολυκατοικία. 

🫐

Η ενηλικίωση στην Ηλιακτή

Σαλαμίνα Ηλιακτή

Όσο είναι κανείς νέος γυρνά με ένα σακίδιο, πάνω σε ένα μηχανάκι, να τον ψήνει ο ήλιος και ανέχεται ο πισινός του να πονά από τα τραντάγματα, για όση ώρα οδηγεί σε δρόμους κακοτράχαλους, γεμάτους με λακούβες, καθώς το αδύναμο αμορτισέρ πηγαίνει πάνω κάτω. 

Όταν μεγαλώσει πια, γεμάτος εμπειρίες, επιλέγει πιο σοφά, να ξυπνά με θέα τη θάλασσα, αρνούμενος τον κόσμο. Κακομαθαίνει στη γλυκιά του βαρεμάρα. Ποτίζει τα λουλούδια και τηγανίζει ψάρια.

Ο μπαμπάς του Γιαννάκη, όσο ήτανε μικρός, τον φόρτωνε στη βάρκα, σε ειδικά διαμορφωμένη θέση, μαζί με τον πρώτο και τελευταίο του μεγάλο έρωτα, τη γυναίκα του την Τίνα, το βάζανε για τα ανοιχτά, ρίχνοντας παραγάδι. Ο Γιαννάκης ήταν χαρούμενο μωρό και πονηρό, όταν τύχαινε ένα ψάρι κι αστόχιζε να πέσει κατευθείαν στον κουβά, όπως σπαρτάραγε το γράπωνε ο μικρός και με τα δυό του παχουλά χεράκια, φώναζε με ενθουσιασμό <<μαμ μαμ!>>. Ήταν ικανός να τα φάει ζωντανά, ακριβώς όπως έκανε δηλαδή και με τους ανθρώπους, αργότερα κατά την ενηλικίωση. 

Ο μπάρμπα Σιδερής από την αλλη, έχει γνωρίσει γεύσεις πολύ ιδιαίτερες, όπως οι κάκτοι που από τον καύσωνα έχουνε κι αυτοί ζαρώσει, μα συνεχίζουνε να βγάζουν ζουμερά φραγκόσυκα και να στολίζουνε το δρόμο από το λόφο ως την ακρογιαλιά.  


Νυμφοπάζαρο & Μιξ Γκριλ

Πλατεία Αγίου Γεωργίου


Καθήσαμε στην κεντρική πλατεία, λιγοστός φοιτητόκοσμος, μα σίγουρα μακράν καλύτερα από τη μιζέρια, που θα λύγιζε και τον πιο αδιάφορο, που έχει επικρατήσει "κατά κράτος" Σάββατο βράδυ Γκάζι.
Παράγγειλα μερίδα μιξ γκριλ, με λογιών λογιών ανθρώπους να προσπερνούν κι εμείς να σχολιάζουμε <<μα τι της βρήκε-τι του βρήκε;>>. Ύστερα βρεθήκαμε τυχαία με το θίασο της παράστασης που είχαμε  παρακολουθήσει την προηγούμενη, αρχαία κωμωδία ή δράμα, δεν ήμουν σίγουρος, φυσικά και γοητεύτηκα από όλους, από κοντά αποφάσισα τελικά πως είχανε φοβερό ταλέντο!

Φαντάζομαι σε όσους επιστρέφουν από Γκράντε έξοδο βραδυνή, ότι η ανακούφιση κρατάει λίγο. Αμέσως μετά πρέπει να ξεντυθείς, ή ακόμα χειρότερα να πλυθείς κιόλας! Όταν εσύ το μόνο που θες, πέρα από το να είχες ήδη διακτινιστεί, είναι να σκορπίσεις, οτιδήποτε φέρεις, ατάκτως, να βυθιστείς στον καναπέ, δίχως να ξανασηκωθείς ως την επόμενη.
Μικρός έστηνα για ώρες το κάστρο των Playmobil, ύστερα παρίστανα πως ερχόταν κάποια καταστροφή...

Το να κοιτάς το ταβάνι για ώρες, είναι οι πραγματικές διακοπές. Η αποχαύνωση λυτρώνει.

Πως θα βγάλεις το τζιν, που από τον ιδρώτα, τόση ώρα στην κουφόβραση κι έτσι στενά που σε αναγκάζει η μόδα να τα φοράς, δεν ξεκολλάνε από τη γάμπα και τα μπατζάκια απ' τον αστράγαλο;
Είναι φοβερό το πως οι άνθρωποι στολίζονται με ιεροτελεστία, μα όταν επιστρέφουν σπίτι, θυμίζουνε γουρούνια μέσ'τη στάνη.
Έχω αποφασίσει πλέον να βάζω πάντα, όπου κι αν πάω, τα καλά μου, όπως η Μελίνα που δεν δίσταζε να φορέσει τα μαργαριτάρια της και τα ωραία τα ταγέρ της, όταν κατέβαινε υποψήφια Πειραιά, περιδιαβαίνοντας τα Καμίνια και το Κερατσίνι. Θεωρούσε πως δεν ήταν έντιμο να το παίζει ταπεινή, εξηγώντας στο ντοκιμαντέρ"η μηχανή του χρόνου", θυμάμαι κάτι τύπου (σε ελεύθερη απόδοση): <<ξέρουν ποια είμαι, δεν θα το παίξω φτωχοκακομοίρα, αυτή θα ήταν η πραγματική προσβολή απέναντί τους. Εγώ αντίθετα στολίζομαι ακριβώς γιατί τους σέβομαι, για να τους τιμήσω>>.

Εγώ πάλι επειδή γνωρίζω πως πρέπει να ξεχάσουμε τη διασκέδαση όπως τη γνωρίζαμε ως τώρα. Αποχαιρέτα το clubbing που χάνεις.. Ε λοιπόν μωρή τα πλήρωσα και θα τα φοράω τα γαμημένα, με τουαλέτα θα πηγαίνω τουαλέτα, άλλωστε ποτέ δεν έμεινα στη ντουλάπα!
🍸

Μια οικογένεια στην παραλία τα 90s

 

Στην παραλία σύχναζε κάθε καρυδιάς καρύδι, που πετούσε τα τσόφλια του στην αμμουδιά, λιπαίνοντας το χώμα που οι χελώνες έφταναν να αφήσουνε τα αυγά τους. Μια γριά είχε στήσει αντίσκηνο λίγο πιο πέρα, κάνοντας μπαμ από μακριά. Ήταν από εκείνες που ψήνονται από τις αρχές του Μάη, σε σημείο που έφτανε το κρέας να ξεκολλάει από το κόκαλο, στα τέλη του Οκτώβρη. Σάπια σαν τα ζαρζαβατικά, εκείνα που μένουν πίσω μετά τη λαϊκή. 


Η φωνή ενός μπαμπά ακούστηκε <<του χρόνου θα πάμε όλοι μαζί Ικαρία!>>. Συνεχίζοντας σκηνοθετούσε αστεία για τη παρέα βάζοντας το γιό του να πετάει χαριτωμένα, ερωταπαντήσεις σφαιρικών γνώσεων όπως <<Νικολάκη ποιος είναι ο αγαπημένος σου πολιτικός;>>, βγάζοντας μπουρμπουλίθρες παριστάνοντας το δελφίνι, όπως του είχαν μάθει, <<ο Γκορμπατσόφ!>> απαντούσε όλο καμάρι ο μικρός. 

Δύο κυρίες, η μια με κίτρινο σκουφάκι με λουλούδια και η άλλη με καπέλο Ολυμπιακών αγώνων, μισοβυθισμένες έριχναν το θαλασσινό νερό στα κρεμασμένα σα ζελέ μπράτσα τους, προκειμένου να αποφύγουν τη καρδιακή προσβολή, ερχόμενες σε απευθείας επαφή με τα παγωμένα ύδατα. Όσο παραδίπλα δυό ενοχλητικοί ρακετοκρούστες μπαινόβγαιναν στα ρηχά, αναζητώντας το μπαλάκι που τους έλειπε, υποδηλώνοντας τη γενικότερη αστοχία τους στη ζωή. 

Από πάνω μια παρέα στρωμένη στο τάβλι, τα ζάρια χόρευαν κλακέτες με τα πούλια. Βρεγμένα στο τασάκι μισοτσίγαρα, γλυκό φραπέ με γάλα, τουαλέτες κατειλημμένες, βρωμούσαν τσίκνα, σαν τις τούρκικες που είχαμε στο δημοτικό. 

<<Κυριάκο τη ντομάτα σου!>> φώναζε μια μαμά στο πιτσιρίκι, έτοιμο για ηλίαση, κρατώντας στα χέρια μια κονσέρβα ζαμπόν swan, που είχε μόλις ανοίξει. Εκείνη τη περίοδο η γεύση ήτανε μια που όλοι τρώγαν με μανία. 

Τα διακοποδάνεια ήρθανε λίγο αργότερα.

A story about Avi Taranto

His parents home..

There was a time in my life, I went to live in Tel Aviv, because I thought it was the best thing in the world, since I was in love. 

But this guy was such an unbearable piece of something (very hard to define it). Even though my nose grew longer and my penis started to look like a circumsized one, I wasn't Jewish enough for him! I wasn't American enough for him, but I was more like a Texan and too Israeli! Can you believe it?


So he broke up with that Greek one, cos he was too Loud... (im using the third tense refering to my own self, cos that's what paranoid people do...)

A greek boy perfectly adapted to the hard boiling  Israeli culture... Too good to be true! 


However now, he is sending me old pics of mine, like this one, asking me why im not cute and kind anymore! 

Can you believe his nerve? (Read that with a Very English accent)

Broke my heart, took my soul to Hades (at least I 've met my maker) made happiness an unreachable place (well as his dad said:"grass is always greener on the other side!")


But i finally managed to take my revenge, I stood on my two feet, (even though i broke my left one and stayed on bed for more than a month-thank god now I walk again) and you know what people? 

Finally his mom, came to a point and said to him 

<<He was good, you should have keep that one!>>


He finally gets it now! After all these horrible experiences with pretentious guys he met. And if not my looks, (Im definitely better now and my nose got Christian again) at least now he recognises my amazing dynamic personality, a very rare case, ask any doctor! My mouth is always honest and if not my tongue, then my face expressions always are! 

He appreciates now, that we are apart, my multiple annoying educational questions, as well as my unique sarcastic sense of humour, my spicy yet devastating insults (for those with low self esteem). 

I was such a delight, a real edutainment! 

Now he knows, but he lives in NYC. SUCKER!

A place where rich people live on the basement, while the actual living room fully furnished with expensive antiques is full of dust, and the artbooks upon the table are still on the same spot, a person left them three years ago!


Bitch I'm #Madonna

Νόμπελ στα ελληνόχρωμα μπουκλάκια μω


Πρώτη και τελευταία φορά Ελύτη διάβασα στο τρένο για Θεσσαλονίκη. Ταξιδεύαμε μαζί με την Άννα, που με είχε έγνοια, πως να μάθω να εναρμονίζω μέσα μου τα χρώματα, όταν εκατομμύρια χρόνια, αυτή τη μάχη τη δίνει η αυγή και το ηλιοβασίλεμα;

 Είπε η τρελή η canndyblue@blogspot.com να με μυήσει στη γενιά του 30. Μάταια όμως, δεν καταλάβαινα Χριστό από τις γεωμετρίες ανάμεσα στον ήλιο και τη Γρεκιά τη θάλασσα, για τα οποία τιμήθηκε με Νόμπελ. 

Η κοριτσοσόβαρη φίλη μου έκανε καλές προσπάθειες να μου μεταφράσει, τι ήθελε να πει ο ποιητής. 

Μα ως "ανυπομόνεος" για να εισπνεύσω την ατμόσφαιρα εκείνης της Ωνασικής εποχής, αρκούσαν οι χρυσοφοίνικες της Μερκούρη. 

  Ωραία τα νιωθε η Νοbelαλήτρα του Αιγαίου, άσωτος από τη μέθη του καλοκαιριού, ακούει την μΠαναγιά να τραγουδά, μέσα από ένα αιμάτινο κοχύλι.

 Εγώ όμως τη θάλασσα, πες και λόγω του ζωδίου, την έπινα, 12 ώρες στο βυθισμένο Σαμίνα, χρόνια. 

 Την καλή τη θάλαττα όμως, όχι αυτή που σε σκυλοψαρεύει, σου κατσαρώνει η αλμύρα το μαλλί στο μπανγκαλόου, όχι σε καμιά ξύλινη βάρκα, ανάμεσα μας δίχτυα να βρωμάς ψαρίλα, μήτε γοργόνες δε πλησιάζουνε μετά. Αλλά μιλώ για κείνη της αστακομακαρονάδας φυσικά.

Ψάχνοντας στην ποίηση για σουβενίρ, μεταξύ Επιτάφιου κι Ανάστασης, ανακάλυψα τον Ντίνο Χριστιανόπουλο. 

  Οι Ντιντήδες κι οι Νταήδες, και οι Ντάηκς ως καμπίστες, την ελιά, τον βασιλιά, το λιβάνι ή την παπάρα, το λευκό το παραθύρι και του έρωτος το λιοπύρι, κουβαλάν γεννιώντας μέσα τους. Τα ανταλλάζουν σαν πετράδια, τις νύχτες που μυρίζει γιασεμί, το χώμα το νωπό, στο σοκάκι το κρυφό, το ντυμένο από κισσό, της ηδονής.

Το βαθύ μπλεŭ του ουρανού, το μπορντό του ουρανίσκου, τα κερνάνε σε εκκλησίες που οι σκάλες βάφονται με τάματα και έχουν στρώσει μονοπάτια από πεσμένα φύλλα ιβίσκου. 

Στη ταράτσα που αράζουν και αστερισμούς κοιτάζουν, την αυλή με δύο γάτες, που τα πεύκα τη σκεπάζουν. Κουτάκια από μπύρες, σφηνωμένα σε πεζούλια, σκουριασμένες άγκυρες ονείρων, όσα μοιράστηκαν, χρυσοπράσινα πλοκάμια ιστορίες. 


Ωραία τα λέει λοιπόν κι ο κύριος Ελύτης, που μιλά για τη δική του καθενός αφθονία. Τον φιλοσοφημένο άρχοντα, οργώνοντας υπαίθρους με ιστιοπλοϊκό, γευόμενος το αλάτι των καημών, ανθρώπων ταπεινών, ώσπου να 'πα τσις Κάννες.

🧜

#Merman

Διαβάζοντας κωλοφυλλάδες στην παραλία

Δεν υπάρχει τίποτα πιο εκνευριστικό από τα υπολείμματα που σφηνώνονται στα δόντια. Όπως το ποπ κορν, που στο θερινό κινηματογράφο προχθές, εκεί απέναντι από την παραλία με την ωραία neon επιγραφή, προσπαθούσα να καθαρίσω τη πίσω πλευρά με το καλαμάκι της κόκα κόλα. 

Άκουσα για μια φυλή εξωτική, που δεν πλένονται ποτέ, ούτε βουρτσίζουν δόντια. Παραδόξως φαίνεται, λέγανε οι επιστήμονες που τους μελέτησαν, πως και υγιή ούλα έχουνε, αλλά και δεν βρωμάνε όπως εμείς.

Ο Γιάννης καθισμένος μπροστά στον υπολογιστή που έχει κουβαλήσει από την Αθήνα-με πρωταρχικό σκοπό φυσικά, να την αφήσει για τρεις μέρες πίσω του, διαβάζει στα κλεφτά εφημερίδα, αναμένοντας ένα δικτυακό meeting.

<<Καλέ στη βόρεια Ευρώπη πλημμύρισαν, της πουτάνας έγινε>> τον ακούω να σχολιάζει διαβάζοντας, απορώ στα φωναχτά τι απέγινε το κράτος εις τας Ευρώπας, που δούλευε ρολόι; 

-Ναι φοβερό σύστημα η Βρυξέλλα! Στη Κίνα να δεις. 

-Όχι στις Βρυξέλλες παιδί μου, στη Γερμανία πέθανε κόσμος!

-Εδώ μωρή στη Μύκονο σκάσανε οι βόθροι-ανακοινώθηκε νέο λοκ ντάουν!

-System of a down η φάση.

Να δεις που η επανάσταση από τη Μύκονο θα αρχίσει.

-Τώρα θα την ακούσουν στερεοφωνικά...

-Αγάπη τους αξίζει ο,τι και να πάθουν εκεί κάτω! 

-Θα την ανοίξουνε γιατί οι πελούσιοι θα λυσσάξουν, οι επόμενες εκλογές είναι με απλή αναλογική. Τι τέρατα θα δούμε πάλι.

-Ναι αλλά οι Γερμανοί, όπως είπε κάπου ένας γαλάζιος βουλευτής, πληρώνουν για τις αμαρτίες τους! 

-Οι Κινέζοι γιατί πληρώνουν;

-Που τρώγαν παγκολίνους!

Σχολιάζει η τρίτη φαρμακόγλωσσα της παρέας, καθώς σκρολάρει στην οθόνη συνολάκια που ψήνει να αγοράσει, σε μια κινέζικη εφαρμογή. 

-Σε πόσες περιοχές του πολιτισμένου κόσμου πνίγηκαν στο σκατό τους φέτος;

-Αντε σηκωθείτε να παμε θάλασσα

-Ναι αλλά όχι κάπου μακριά, με κούρασαν οι διαδρομές, θέλω να κάτσω με τις θειάδες, να πιω τον καφέ μου.

Πέφτει το μάτι σε μια άλλη κωλοφυλλάδα <<χωρίζει ο Κικίλιας με τη Τζένη>>, γιατί πότε τα είχαν διερωτήθηκα, όταν μόλις χθές σε μια παρέα συζητούσαν για το συγκλονιστικό, σου λέει, διαζύγιο της Δέσποινας Βανδή με τον Νικολαΐδη, ο οποίος λέγανε είχε βαρύνει τόσο που δεν σηκωνόταν από τον καναπέ καιρό τώρα, άσε που δεν τα βρίσκανε και πολιτικά πια, γιατί είχε παραγίνει δεξιός! Λέγανε..

Καλοκαιρινές φαντασιώσεις

Πρώτη φορά με τόση ζέστη, διαρκή, έχω τέτοια όρεξη και τρώω ασταμάτητα. 

Η αλήθεια είναι πως σκεφτόμουν διάφορα. Δεν ήξερα αν έτρωγα επειδή ήμουν χαρούμενος, ή αν έτρωγα τα συναισθήματά μου ή αν έτσι ασυναίσθητα κατεύναζα τις ορμές μου. Μου πρότειναν να κάνω ψυχανάλυση, μπας και το διαπιστώσω, αλλά κρίνοντας από άλλους γύρω γύρω, που τα σκάνε από καιρό για να τα λένε, σε έναν άκυρο, δεν με πείθουν τα αποτελέσματα! 

Επέλεξα κι εγώ να συνεχίσω αυτό που κάνω, πιστεύοντας δηλαδή πως και λιγότερο ζημιογόνο είναι για τσέπη μου και πιο καλά τα λέω και μου τα λένε, κερνώντας μια μπύρα φίλους, κυρίως αυτούς που λατρεύουν να με μισούν!

Όσοι ενοχλούνται που τους θυμίζω τι συμβαίνει στην Αθήνα-όταν φεύγουμε τριήμερο, είναι εκείνοι που τα κρύβουν κάτω απ'το χαλί, τα ανέχονται, τα μαζεύουν και με το καιρό ξεσπούν τοιουτοτρόπως. Αναγνωρίζω βέβαια πως η αναμόχλευση στα ίδια και τα ίδια είναι τοξική, όσο κι η μόχλευση στις διεθνείς χρηματαγορές.

Βέβαια δεν φτάνει ένα τριήμερο για να ξεφύγεις από έναν σύντροφο π.χ. που έχει βρει τη καραμέλα 🍬 να τα σπάει όποτε του τη δώσει, γιατί οι γονείς του ήτανε χωριάτες. Κάποια στιγμή πρέπει και οι ίδιοι να καταστούμε υπεύθυνοι της ενηλικίωσής μας. 

Στη Πάτρα το μεγάλο σούπερ μάρκετ δεν είχε έτοιμα ζεστά γεύματα και στην ενοχλητική μάλλον για αυτούς ερώτηση <<μα στην Αθήνα έχει!>> οι υπάλληλοι κοιτούσαν απορημένοι το φίλο μου κι εκείνος απορώντας τους υπαλλήλους...

Τελικά το βρήκαμε αλλού, πλακώθηκα στις σφολιάτες και μέχρι να βραδιάσει έδειχνα σαν έγγυος. Δεν πτοήθηκα όμως, μετά τη παραλία μου είχε ανοίξει η όρεξη, τι να σου κάνουν τα τσιπς με γεύση "τσορίθο" και κάτι μπύρες "μάμος" που φέρνουν κατούρημα. Όταν μάλιστα δίπλα σου γίνεται πανδαιμόνιο. Είχε αδειάσει η παραλία και μια παρέα, που για όποιον δεν έχει πρόβλημα στα μάτια κανένα, θα έβλεπε έκπληκτος πως γυρνούσαν live τσόντα στην αμμουδιά, ζητώντας φαίνεται και θεατές, για να 'χουνε μάλλον να αφηγούνται και αυτοί και εμείς ιστορίες, προκαλώντας τις αναμενόμενες καλοκαιρινές αναμνήσεις και νέες επαναλαμβανόμενες φαντασιώσεις. 

"Πάρε ο,τι θέλεις"


 "Πάρε ο,τι θέλεις"


Δεν έβλεπα την ώρα να ξυπνήσουν κι οι υπόλοιποι, να κατέβουμε για μπάνιο με τα στρώματα και τις σαμπρέλες. Τη βάρκα την είχαμε παρατημένη από καιρό. Κανείς δεν χρειαζόταν πλέον να ψαρεύει.

Από το μισάνοιχτο παράθυρο ακούγεται μια ενοχλητική φωνή, σαν να τρίζει πόρτα, θυμίζει μουεζίνη. Βγαίνω στο μπαλκόνι μπας και ξεχωρίσω καλύτερα τι ακούγεται από τον τηλεβόα. Καταφέρνω να πιάσω τη φράση <<3,5€ το κιλό>>, ένα μίνιβαν που ο οδηγός του τραβάει τις καταλήξεις στο τέλος, σαν να ακούς παλιατζή, μόνο που το δικό του μοιάζει με κλάμα. Μια σειρά αυτοκίνητα έχουν κολλήσει πίσω του. Κάποτε, στη δεκαετία του '80 δηλαδή, περνούσε και γαλατάς από δω, όπως και γυρολόγος. Ένα Datsun με κουκούλα, πουλώντας κυρίως είδη σπιτιού κι ό,τι άλλο μπορούσες να φανταστείς. Αναστάτωνε για χρόνια τις επαρχιακές γειτονιές, παρέχοντας όμως και μεγάλες ευκολίες για τα δεδομένα του "όλα τα κομφόρ" εκείνης της περιόδου. 

Ήταν υπερφορτωμένο έτσι που ήταν σαν τριώροφο, θυμίζοντας τα γνωστά καρτούν στη τηλεόραση, που ένα μικρό αμαξάκι στη βάση του, πήγαινε κούτσα-κούτσα, με την εξάτμιση να μπουμπουνίζει αφήνοντας σύννεφα καπνού, την πραμάτεια δεμένη γύρω γύρω με καραβόπανο, που σε κάθε στροφή έγερνε τόσο που έπεφτε πίσω κι από κάτι...

Γουρουνοπούλα στο Κιάτο


Κάθε καλοκαίρι αυτή η διαδρομή προς Δερβένι Ξυλόκαστρο κλπ αποτελεί ιεροτελεστία. 

Κάτι σαν την Ιερά οδό για μένα προς γαστρονομικά μυστήρια. 

Αν δεν έχεις σταματήσει στο Κιάτο για Γουρουνοπουλα, δεν ξέρεις τι θα πει καλό φαγητό.

Χοληστερίνη στα ύψη κι άγιος ο θεός. 

Τζατζίκι για να μην ανέβει η πίεση, από την έκσταση, η απόλαυση με αυτή εδώ (αν δεν είσαι χορτοφάγος) είναι ανώτερη, από ναρκωτικό, από σεξ, από μια νίκη στο euro ή τη Eurovision. Μεγαλύτερη κι από την ηδονή να δεις το αντίπαλη παράταξη να χάνει τις εκλογές ξέρω γω..

Ασβεστοκάμινος στην παλιά εθνική


Ασβεστοκάμινος στην Κακιά Σκάλα, κοντά στη Γέφυρα, λίγο μετά το ξενοδοχείο Κοκκίνης, που έβρισκαν καταφύγιο κυρίως παράνομα ζευγαράκια, υπάρχει στα δεξιά στο ρεύμα προς Ίσθμια, μια εγκαταλελειμμένη εγκατάσταση που υπολογίζω πως ξεκίνησε τέλη του 1890 και διακόπηκε η λειτουργία της γύρω στο 1960. Φαίνεται να λειτουργούσε σε δύο περιόδους, αφού το παλαιότερο τμήμα αποτελείται από πέτρα, ενώ το δεύτερο φαίνεται χτισμένο πολύ αργότερα, είναι από τσιμέντο. 

Η περιοχή της παλιάς εθνικής οδού έχει μεγάλη, συνεχόμενη ιστορία, από την εποχή του μυθικού Θησέα, μέχρι την παρακμή της, λόγω της επιλογής της προς εγκατάσταση των πετρελαϊκών εργοστασίων. 

Η εσάνς της εποχής των 60s όμως παραμένει στα κινηματογραφικά τοπία, που εύκολα παρατηρεί κι ο κάθε ανυποψίαστος καθώς τη διασχίζεδιασχίζει.

Hotel Acropolis


 Random #hotel in #Corinth

🏨

Αποφασίζοντας λίγο πριν τη καραντίνα να κατέβουμε Κόρινθο με σκοπό να καταθέσει γρηγορότερα μια αίτηση ο φίλος μου ο Αλέξανδρος, βρεθήκαμε σε αυτό το καλτ ξενοδοχείο. 

Το σαλόνι με το μπαρ, δίπλα στη ρεσεψιόν μαρτυρούσε τις καλές εποχές που έζησε το '70. Αυθεντικό ρετρό, έχοντας παραμείνει η διακόσμηση απαράλλαχτη, εδώ και δεκαετίες. Ήμασταν τρεις κι ο ρεσεψιονίστ ήθελε να μας χρεώσει παραπάνω το δωμάτιο με το τσιμεντένιο διπλό κρεβάτι, γιατί είχε κι ένα ακόμη έξτρα ξύλινο, όπως και τα υπόλοιπα σάπια έπιπλα που κοσμούσαν το χώρο. 

Δεν τα κατάφερε όμως, μια γιατί εγώ τσαμπουκαλεύτηκα, μια γιατί τον ξεγελάσαμε πως ο ένας θα έφευγε, επειδή τάχα μου ήταν ντόπιος. Αν ήθελε κανείς να εισπνεύσει την ατμόσφαιρα μιας άλλης εποχής, τα 35€ ήταν αρκετά γι'αυτό το μουσταρδοκαφετί διαμαντάκι, που φιλοξενούνταν κάτι θείτσες θεούσες, νταλικέρηδες και παράνομα ζευγάρια. 

Στη περιοχή του ισθμού υπήρχαν πολλά μαγαζιά, τουριστικά κι εστιατόρια, που την περίοδο των #60s άνθιζαν. Σήμερα είναι διάχυτη η παρακμή, αλλά το άρωμα παραμένει, μάλιστα η πανδημία ίσως τελικά και να βοήθησε, αφού αρχίζει να γίνεται εντονότερο...

Τότε δεν είχε ανοίξει ακόμα η νέα εθνική οδός, έτσι ο μόνος δρόμος ήταν η παλιά διαδρομή, από τους Αγίους Θεοδώρους μέχρι το Κιάτο, όποιος αγαπά την ιστορία και την αρχιτεκτονική θα εκτιμήσει βαθιά ένα #roadtrip 

Σε αυτά τα μέρη στέκουν ακόμα τηλεφωνικοί θάλαμοι με κέρμα και πορτοκαλί τηλέφωνα.

Μισοφέγγαρο


 

Στον Ίσκιο...


 

Το Σιδεράδικο


Το ψάρεμα δεν του άρεσε, αν και ζούσανε παραθαλάσσια, από μικρός έδειξε προτίμηση στη σκουριά. Έβλεπε μπουλντόζες και ζητούσε από τον πατέρα του να ανέβει. Μεγαλώνοντας βοηθούσε πότε τον έναν και πότε τον άλλο, καταλήγοντας να γίνει παραπαίδι του σιδερά. 

Σε αυτή τη μάντρα έκρυβε τα βράδια τα ερωτικά του ραντεβουδάκια, δίνοντας την υπόσχεση στο αφεντικό πως θα κοιμάται τάχα μου εκεί για να παραφυλά τη νύχτα, έτσι νόμιζε πως τον ξεγελούσε. 

Έμαθε να μαστορεύει και τον καλούσανε για μερεμέτια στη γειτονιά, μα ήταν με όλους φίλος κι αγαπητός κι έτσι αντί για χαρτζιλίκι, αντάλλαζε τις ώρες εργασίας του με ένα ζεστό πιάτο φαΐ. Κατάφερνε έτσι να μαθαίνει και τα νέα. Όσοι του είχαν υποχρέωση θυμούνταν, όποιος ζητούσε μάστορα ή κηπουρό ακόμα, τον στέλνανε στα εξοχικά. 

Κάποιες φορές για να κερδίσει βέβαια, επικαλούνταν κι αυτός το αφεντικό, <<τόσο κοστίζει ο σωλήνας κυρα Τασία μου, ανωτέρα βια>>. Ήταν κι αυτές οι πάστες που κοστίζανε, στο ζαχαροπλαστείο, όχι πως είχε καμία αδυναμία, για τις κοπέλες πήγαινε, τους θερινούς μήνες έρχονταν πολλές μαζί με τους γονείς τους. 

Οι επισκέπτες ήταν πολλοί που αποζητούσαν την απόδραση από το κλεινόν άστυ, φτάνανε μέχρι το Λαύριο, που τα δωμάτια νοικιάζονταν όπως όπως κοψοκώλικα, ακόμα κι αν είχαν μέσα κρεβάτι από άχυρο και μπάνιο μοιραζόμενο έξω στην αυλή. 

Περνούσανε τα χρόνια κι η μάντρα μεγάλωνε, όπως κι οι εμπειρίες του νεαρού, γύρω από το σιδεράδικο, που παραδίπλα λειτουργούσε φυτώριο, για το οποίο κατασκεύαζαν και σκαλιστήρια. Έτσι τα βράδια ξέμενε στη μάντρα, που τις μεγάλωνε τις καμάρες, κουμπώνοντας ο,τι περίσσευε, όπως σιδερένιες ταμπέλες, κάνοντας καλαμπούρι με τη "λουξ παράγκα". Νερό τραβούσαν από τη παράνομη γεώτρηση. Σε ένα δωματιάκι, που κοίταζε το δρόμο, παρατηρούσε μέσα από τη ξύλινη τζαμαρία που είχε αποσπαστεί από μια παλιά ταβέρνα, τα αυτοκίνητα των Αθηναίων να καταφτάνουν. Τα μεσημέρια το αφεντικό του άραζε στην αυλή, που είχε βγάλει μια τηλεόραση και την άφηνε να παίζει, όσο εκείνος διάβαζε εφημερίδες, που τις έβρισκε από εκείνους που ξεχνούσαν, φεύγοντας από το καφενείο. Τάιζε και μια γατούλα, που μερικές φορές την έβρισκε στη κάμαρα, αδυνατώντας να τη διώξει, την άφηνε εκεί και του 'κανε παρέα, μέχρι που μια μέρα γύρισε και ανακάλυψε πως η γωνιά, δίπλα το κρεβάτι του, είχε καταστεί μαιευτήριο. 

<<Πάω να ταΐσω τα γατάκια, αφού σ'αρέσουν έλα να τα δεις, μήπως κι αποφασίσεις να πάρεις κανένα μαζί σου πίσω στην Αθήνα>>. Όλο και κάποια κοπελίτσα θα σκέπαζε το μπικίνι της, ακολουθώντας τον στη μάντρα, μετά τη παραλία, εκεί όπου μαζεύονταν η νεολαία, πίνοντας μπύρες. 

-Τι δουλειά κάνεις

-Έχω μεταλλουργίο! 

Ωραία λέξη, ακούγονταν σημαντική, τουλάχιστον για εκείνον, που τώρα πια ήταν ο ίδιος που καθόταν στην αυλή κι είχε τη τηλεόραση να παίζει...

Λευκός Λαβύρινθος

Στέκει καμπουριαστός

Το βλέμμα του χαμένο

Συναντιούνται μαζί του εκατοντάδες μάτια στο ίδιο κενό

Με δύο σακούλες στο χέρι κι

ένα μπαστούνι, ο κλασικός συνοδός. 

Ψάχνει στη τσέπη του δεξιά ή αριστερή, το κινητό του, να νιώσει σιγουριά. 


Περίμενε υπομονετικά, ήρθε η σειρά του

Χρειάστηκε δεύτερο νούμερο

Ξεχάστηκε, ύστερα και τρίτο.

Τριγύρω του άνθρωποι σαστισμένοι, αρπάζουν όσα νούμερα μπορούν 

Γραπώνονται από μανίκια και τους γλιστρούνε κόλλες, κάποιες λευκές, άλλες γεμάτες μαύρο μελάνι, λερώνονται τα δάχτυλά τους

Πηγαινοέρχονται γεμάτοι άγχος 

Μια Βαβυλωνία.


"Φύγετε"! φωνάζει επιτακτικά η τραυματιοφορέας

Χρειάστηκε και δεύτερη και τρίτη

Κάποιος χτύπησε 

Κανένας δεν μπορεί να περιμένει

Κανένας δεν μπορεί να κάνει τίποτα

Ζητάνε μάσκες τρομαγμένοι

Οι μάσκες τελείωσαν

Μπρος δρόμο!

Όσοι φοβούνται που θα καταλήξουν, τυχαίνουν εκεί το συντομότερο 


Μονάχα ο παππούς αγέρωχος

Προχωρά στο λαβύρινθο 

Εξερευνά απορημένος, διαδρόμους γκρίζους 

σωρός οι απελπισμένοι, αναζητούν μια αίθουσα που μοιάζει με το υπερπέραν

Σκέφτεται τα εργαλεία που άφησε στο αμάξι. Το πρωί θα πιάσει απ'την αρχή τον κήπο που άφησε χθές μισό.

Αγωνίες


 Το πρόσωπο φθαρμένο απο το κρύο

Τα δάχτυλα μοιάζουν με λεπρού

απο το ξεφλούδισμα

Τα ποδια πρησμένα σε σημείο να μην χωράνε τα παπούτσια

"Πάλι δεν πρόλαβα τίποτα"

Μονολογεί

Οχι που ο θάνατος πλησιάζει

Μα που δεν πρόφτασε να κάμει τις δουλειές του σπιτιού

Με τέτοιες αγωνίες έζησε.

Τί άλλαξε;


 

A fairy (Pandemic)tale


You Only know fairytales with always a happy ending, but history of humanity in bloodshed is neverending 

No prince has come to liberate a country or a princess, no love of heart will ever come before a king's real interest

From Byzantines to Visigoths the blood has flood the rivers, nobody is enough secure from death or any other illness.

 

If you are Rich who knows a witch 

And you write poems like Edgar 

There's a chance that if you are a boy 

To get in the future Pregnant

But don't be a fool there is no cure 

For royalties nor servants 

No matter what the crown belongs 

to a virus phantom menace!

Απομόνωση


 

Τι θέλετε πια;

 


Στο μονοπάτι της ματαιότητας

Ηττημένος από τα όνειρα, τις ανάγκες, βουτηγμένος στα χρώματα. Η ύπαρξη σαν έκθεμα σαν πρώτη φορά να τοποθετείται στης ζωής το μουσείο, έξω από την αίθουσα κόσμος,

Κατακλυσμός από ασυνάρτητες δονήσεις αποκαρδίωσης, συναισθηματικές αλλεργίες, ασκήσεις στο χώμα. 

Το μονοπάτι της ματαιότητας είναι το μόνο που ξεχωρίζει από μακρυά, είναι πάντα εκεί, οι φωτεινές δάδες στοιχισμένες, φέγγουν για όποιον διασχίζει το μονοπάτι της οικοδόμησης, μην τυχόν και παρεκκλίνει από τον εκτροχιασμό. 

Στα έντονα χρωματικά στρώματα, από προβλήματα κι εμπειρίες, τα μάτια δειλιάζουν, θαμπώνουν. Κοιτάζουν προς την άλλη πλευρά, πιάνονται από κάτι γυαλιστερό. 

Φωτοβολίζονται κόσμοι ολόκληροι, από παράλληλα σύμπαντα, σε κάθε εισπνοή, απλώνοντας αποικίες παραμυθιών, μέσα από συννεφάκια καπνού, να γεμίζουν δωμάτια με ψυχές, διαταραγμένες, ισότιμα στο χάος μοιρασμένες, αποσυναρμολογημένες, αλλά σε όμορφα κουτιά λουστραρισμένες.

Μεταμορφώνομαι σε αδιέξοδο

Για να κουμπώνω στις γωνίες της απελπισίας. 

Εισπνέω το άρωμα της ματαιότητας προκαλώντας παράδοξα, του χαμένου μου προσωπικού μικρόκοσμου, των κυττάρων μου τη παλιγγενεσία. 

Η οικοδόμηση του μέλλοντος είναι μια πράξη αυτοθυσίας, μπροστά σε ένα πόλεμο που όλοι ξέρουν πως σκοτώνει. 

Κι όταν κρύβονται για να σωθούν στα χαρακώματα, είναι αυτό που μάλλον τους ενώνει

Κυριολεκτικά Αμπελοφιλοσοφώντας

Η ζωή έμοιαζε υπέροχη εκείνη τη μέρα. Βόλτα εκτός Αθηνών μετά από τόσο καιρό! Το ίδιο βράδυ, σε μια επικίνδυνη στροφή, στο γυρισμό, που λες παρά λίγο, δεν πεθάναμε κιόλας, σχολίασα στον οδηγό, τρομαγμένος, πως όλοι οι άνθρωποι έτσι νομίζουν, πως το κακό δεν θα τους βρει ποτέ. 

Μπαίνουν στα αυτοκίνητά τους κι είναι προγραμματισμένοι να αγνοούν τους κινδύνους που καραδοκούν, που σίγουρα πάντοτε θα βρούν,  θα στοχεύσουν, θα πετύχουν τους άλλους, εμάς ποτέ! 

Την επόμενη μέρα αυτή η κακιά στιγμή, ήρθε να βρει κι εμένα. 

Τη γύρευα βέβαια κι εγώ λιγάκι, από μικρούς μας μάθαιναν πως όποιος βιάζεται σκοντάφτει. Αλλά μια ανώτερη δύναμη, η θεά Αφροδίτη ίσως, με ξεγέλασε και επέλεξα, κόντρα στο Ικαριώτικο πνεύμα, το γοργόν και χάριν έχει! 

Και βρέθηκα ανάθεμα την ώρα στο έλεος του δημοσίου κράτους, όπως το κατάντησε η Νέα Δημοκρατία, σε ένα νοσοκομείο σε πλήρη αποσάθρωση, για να ταιριάξει ακριβώς με την κατάστασή μου. 

Η νέα μου αυτή κανονικότητα, θα με κρατήσει μακριά από αθλήματα που είχα αρχίσει να αγαπώ, τουλάχιστον για δύο χρόνια, ενώ για ένα μήνα και κάτι, δεν θα φοράω παπούτσια, δεν θα τα χρειάζομαι, μια άλλου είδους καραντίνα άρχισε για μένα. Τόσο αυστηρή που ούτε τα σκουπίδια δεν θα μπορώ να πάω μέχρι τον κάδο. 

🐌

Στις καλαμιές...


 

Νύχτες με ομίχλη


 

'90tflix

Η τέχνη και το Netflix νοσταλγούν την αισθητική των 80s & 90s. 

Ανέμελα χρόνια, καλοκαίρια στη παραλιακή και στο νησί. Πλανόδιοι με μαλλί της γριάς και γλειφιτζούρια κόκκινα κοκοράκια.

Εξοχικό στο Ξυλόκαστρο. Club Privelege, +Soda και Umatic, εκεί που βρίσκεται σήμερα το Athens Metro Mall. 

Ραντεβού στο luna park, στήσιμο από τους φίλους, που έρχονταν με λεωφορεία από την άλλη άκρη, δίχως κινητά. Φάρσες σε σταθερά.

Στο ραδιόφωνο έγραφες τα νέα σουξέ με τη φωνή του παρουσιαστή να δίνει αφιερώσεις. Αφίσες και στυλό να γυρνάς τη μασημένη κασέτα.

Μπλούζες με στάμπες Ινδιάνων. 

Γρανίτες στο σινεμά με διάλειμμα και ποπ κορν δίχως βούτυρο, μόνο αλάτι.

Ποιοτική τηλεόραση με επικούς καυγάδες, πολιτικές ίντριγκες, δίχως γονική συναίνεση.

Φρενίτιδα Rave party, με χάπια έκσταση, που άφησαν κουσούρια. Αγρότες πρώτο τραπέζι πίστα στην Έφη Σαρρή.

Εκπομπές Μαλβίνας και Σεμίνας, στα πάνελ διανοούμενοι όπως ο Βασίλης Ραφαηλίδης, κύκλωμα Σατανιστών. Ταινίες Αγγελόπουλου, με παπάδες σε ροζ σκάνδαλα, να οπλίζουν γριές με κατάρες, ύστερα να βραβεύονται διεθνώς, προκαλώντας εθνική υπερηφάνεια.

Βιβλιοθήκες με βιντεοκασέτες, γραμμένες από τη τηλεόραση, με διαφημίσεις nescafe.

Ατάκες "άλλο Ντοστογιέφσκι κι άλλο Miss Raxevsky". Σήμερα οι συμμετέχοντες, σε φτηνιάρικα shows, πασχίζουν να προφέρουν σωστά το όνομα....

Εν τέλει δεν ζητάω και τίποτα το τρομερό να ζήσω στην Αττική, ένα ανοιχτό σινεμά για αυτοκίνητα, με ένα κουβά pop corn & Coca Cola, να απολαμβάνω μπροστά στο τιμόνι μου και μια καντίνα, μέσα στο πάρκινγκ, να αράζουν φρικιά με δερμάτινα, τρώγοντας hot dogs.
Ένα ωραία διακοσμημένο αμερικάνικο φαστφουντάδικο, με κόκκινους καναπέδες και τιρκουάζ τοίχους, να σερβίρουν φορώντας πατίνια milkshakes & mozzarella sticks και τέντες απέξω με λευκές και κόκκινες ρίγες, αλλά κι έναν Αφροαμερικανό υπεύθυνο με πληθωρικό χαρακτήρα, να μου λέει αστεία, σαν το Λαφαγιέτ από το #TrueBlood.
Ένα μπαράκι βικτωριανού στυλ, με ξεχωριστά είδη από ουίσκι που να συχνάζουν μέσα μυστήριοι τύποι και ντετέκτιβς με τιράντες, καπαρντίνες και σηκωμένα μανίκια, λευκά πουκάμισα λερωμένα, από ντόνατς και ζουμιά που έσταξαν από φτερούγες κοτόπουλου στο μπάρμπεκιου. Θαμώνες να καπνίζουν θεριακλήδικα και να προεξέχει το μήλο στο λαιμό καθώς κατεβάζουν τις γουλιές.

Ύστερα να πηγαίνω σε ένα απομονωμένο Χιτσκοκικό μοτέλ, με πελάτες που έχουν κόκκινα μάτια και ιδιοκτήτες όπως ο Norman Bates κι η άρρωστη μητέρα του, σε μια κουνιστή καρέκλα μέσα από τη ρεσεψιόν να κεντάει σεμεδάκια.
Με φθαρμένες ταπετσαρίες, στο χρώμα της μουστάρδας κι ένα μικρό πορτατίφ για να διαβάζω, ώσπου να με πάρει ο ύπνος, πάνω στο στρώμα που έχουν ξαπλώσει εκατοντάδες φορτηγατζίδες παρέα με παιδιά του δρόμου, εκείνο το βιβλίο που δεν τελειώνει ποτέ.

Αλήθεια ποιος άλλος παρακολουθεί #Riverdale?


Κάθε φορά που επιστρέφω στο χωριό

 

Καθε φορά που επιστρέφω στο χωριό, ανακαλύπτω πράγματα που 20 χρόνια πριν δεν είχανε καμία αξία. 

Μια κασέτα, όπως εκείνη που αγόρασα το 2000, Cher the greatest hits, που την έβαζες στο μαραφέτι με τους 125 διακόπτες, που όποτε τη μάσαγε την έστριβες με το μπλε καπάκι του στυλό. 

Καρτέλες ξεθωριασμένες με κατάλογο παγωτών, με τιμές τους σε δραχμές. 

-Που πας; -Πάω στην ΕΒΓΑ. Έτσι το είχα μάθει το μικρό συνοικιακό παντοπωλείο. Πήρε χρόνια να συνειδητοποιήσω πως ήταν μάρκα γαλακτοκομικών. 

Εκεί ξεφύλλιζα ώρες, όπως γινόταν και στο video cub, τα περιοδικά, τη μόνη πηγή πληροφορίας τότε. 

Το διαφανές στρογγυλό κουτί, το πλαστικό, με το φούξια ή μπλε ζελέ μέσα, που κοκάλωνε τελείως τα μαλλιά, το έχω ακόμα και το μυρίζω. 

Τα 90s τα έζησα μέσα από τις αδερφές μου. Στο χωριό τη περασμένη δεκαετία, που τότε έσφυζε από ζωή, είχαμε και τη Disco, που οργάνωναν και καλλιστεία Miss Ikaria, η μία μου αδερφή πρέπει να είχε κερδίσει ή του 1994 το τίτλο ή του 1997. 

Δεν είναι τυχαίο ότι και όσοι εργάζονται στο Netflix, εκεί στο Los Angeles, τα αναπολούν. Η θεία μου η Ρούλα πχ ακόμη μαζεύει τάπερ σαν μανιακή.

Το Hollywood εβγαλε πρόσφατα μια ακόμη ταινία Transformers. Αυτή τη φορά όμως με το εμβληματικό κίτρινο ρομπότ, το bumblebee, που τοποθετείται στο 1980. Αυτή θαρρώ μου άρεσε περισσότερο από τις υπόλοιπες με τον Megatron και τον Optimus Prime, που ήταν τα πρώτα μου δύο παιχνίδια, από τη σειρά Transformers, της Hasbro. 

Ίσως γι'αυτό να μου αρέσει τόσο το Ξυλόκαστρο, αντί για τη Μύκονο, εκεί έχει διατηρηθεί η αίγλη από εκείνη τη Χρυσή δεκαετία. Ενώ τα Καμένα Βούρλα έχουν παρακμάσει. Στο Χαλκούτσι δεν έχω πατήσει ποτέ, ενώ κι ο Κάλαμος, όπως και το Λουτράκι δουλεύουνε με Ρώσους πλέον. 

Άλλες δύο ιστορικές περίοδοι, που επίσης με συγκινούν και με εξιτάρουν πολύ, κυριαρχούν και σε δύο άλλες ταινίες που είδα πρόσφατα το Rebel in the Rye, σε μια εποχή που οι συγγραφείς και οι ποιητές ήταν οι Ροκ Σταρς και το The Green Book, που ο λευκός Ιταλός μετανάστης γίνεται ο σοφέρ ενός έγχρωμου, ομοφυλόφιλου, που για όσο παίζει κλασική μουσική στο πιάνο αποθεώνεται, αλλά κάτω από αυτό του επιτρέπουν μόνο στη τουαλέτα έξω στην αυλή να πάει...

Τα πακέτα Ντελόρ

Θυμήθηκα τώρα που κάπου στο 1990, είχαν έρθει επίσκεψη κάτι ξαδέρφια μου. Παίζαμε στην αυλή και όποτε βαριόμασταν, για να πάρουμε δυνάμεις, είχαμε τρία πακέτα γαριδάκια, λοτο, που μας πήραν οι γονείς για να απασχολούμαστε, δίχως να τους ζαλίζουμε.  Όποτε λοιπόν τελείωνε το ένα, ανοίγαμε το άλλο λέγοντας: "τώρα θα ανοίξουμε το δεύτερο πακέτο Ντελόρ... τώρα πάμε για το τρίτο πακέτο Ντελόρ". 

Στη πιλοτή μου στη Γλυφάδα, είχαμε γκαζόν, που με την άνοδο του Γκαντέμη στη κυβέρνηση, η χώρα μεταξύ άλλων χτυπήθηκε από λειψυδρία! 

Ακόμα κλαίμε που δεν βάλαμε τριφύλι, αλλά το παίζαμε μεσοαστοί σαν τη Χρονοπούλου στο Μάνα Είναι μόνο μία.

Η μαμά μου είχε μια φουσκωτή πισίνα και με έβγαζε να πλατσουρίζω, γιατί ακόμη δεν είχε πάρει σύνταξη ο μπαμπάς μου, ώστε να κατεβαίνουμε Ικαρία κάνα τρίμηνο με το που τέλειωνα το σχολείο. 

Είχαμε φοίνικες (που η οργανωτική 2004 των Ολυμπιακών μας τους ξέκανε, αφού κουβαλησε ΑΡΡΩΣΤΕΣ παρτίδες από την Αίγυπτο, επειδή του Ισραήλ ήταν ακριβοί...και ξέρετε πόσα ψοφίμια από ΠΑΣΟΚ και ΝΔ φάγανε τότε με χρυσά κουτάλια, με δωρεάν πιστωτικές-χορηγεία του ΕλληνοΜαλ@κα

Το μόνο που έμεινε από τότε είναι μια ωραιότατη λευκή κουνιαμπέλα, σιδερένια, σετ με τα φερφροζε, εκεί καθόμασταν με κεινα τα ξαδέρφια μου, ανοίγοντας τα πακέτα Ντελόρ, τον Πέτρο τον Μπανάνα και τον Τόλη, (έτσι φωνάζαν τον πάππου τους στην Ικαρία, ενώ τον δικό μου τον λέγανε Τσικνιά) (ήμασταν η μόνη οικογένεια που έτρωγε κρέας στη Κατοχή θαρρώ 🤔 και μύριζε το χωριό ολόκληρο τις σπατάλες μας) 

Εγώ φυσικά ήμουν αγέννητη τότε, το ότι ο ένας παππούς (με το Βενιζέλο) βρέθηκε διορισμένος αργότερα (δίχως να το θέλει) πρόεδρος του νησιού (μόνο για ένα χρόνο) από την "επανάσταση", πραγματοποιώντας αγαθοεργίες στις φτωχάλες του χωριού μου (το πιο μεγάλο στο νησί και το πιο ξακουστό τόσο για το μαφιοζιλίκι που πουλάνε οι αμόρφωτοι ΚΚΕδες, όσο και για τα άπειρα καμένα από τα έκσταση -τεσσερις ή πέντε ντισκοτέκ είχαμε στο Καραβόσταμο και δεν ήμασταν η Μύκονος) ενώ ο άλλος ο "Πασάς", ήτανε κομμουνιστής αντάρτης, αλλά τσιφλικάς, είχε τη σημασία του. 

Αφού εγώ το 1990 όταν με ρωτούσαν ποιος ήταν ο αγαπημένος μου πολιτικός, έλεγα ο Γκορμπατσόφ. 

Το 1996 περίμενα κάθε μέρα να δω την εκπομπή της Μαλβίνας, που αποκαλούσε τον Σημίτη Ταπερμαν. 

Και σήμερα μαθαίνω ότι ο Βελόπουλος έθαψε τον 94χρονο πριν την ώρα του...

Δεν φταίει αυτός που είναι ζωντόβολο, σε ανίδεους απευθύνεται πουλώντας "αντίκες", εγώ φταίω που δεν πήγα σε ενα γαμωριάλιτι, ο κόσμος δεξιά κι αριστερά, όχι μόνο Τέτοια θέλει, αλλά δεν αργεί η μέρα που η πρώτη γυναίκα πρωθυπουργός θα είναι η Πατουλαινα. Και πιστεύω μας αξίζει.

Τροχόσπιτο

Έχει ένα μικρό τρανζίστορ, ακούει τις ειδήσεις, ξεπλένεται με νερό της δεξαμενής, ο μαλλιαρός του σκύλος γλείφει ένα προχθεσινό κόκαλο, παραδίπλα μια παχουλή γάτα ρεμβάζει, της κάνουν παρέα μέλισσες. Στη πραγματικότητα εποπτεύει το χώρο, από πιθανούς εισβολείς, δηλαδή ανταγωνιστές που θέλουν να της αρπάξουν την έτοιμη λεία. Παριστάνει πως προστατεύει το μικρό αυτό κοτέτσι, το οποίο έχει φτιαχτεί από πεταμένο συρματόπλεγμα, που βρέθηκε, λίγο πιο πέρα, σε ένα καταπατημένο χωράφι, όπως συνηθίζεται στους πρόποδες των βουνών, μακριά από τις σχεδιασμένες γειτονιές. 


Πέρα από τα φώτα της πόλης που διαφαίνονται στο βάθος, εδώ που βρίσκεται ο μόνος του γείτονας είναι κάποιοι περαστικοί, που έρχονται μια στο τόσο να ανάψουνε το καντήλι στο παρεκκλήσι του προφήτη Ηλία. 


Κάποιες νύχτες παραφυλά για τα τσακάλια, γι'αυτό και πότε πότε ρίχνει λίγη σκυλοτροφή, κοντά στα χωμάτινα μονοπάτια, που οδηγούν στο βουνό. Συχνά κατεβαίνουν αλεπούδες ξημερώματα, απελπισμένες και βρίσκουν έτοιμες εκείνες τις κροκέτες, λίγο πριν τις καβουρδίσει ο ήλιος, έτσι επιστρέφουν ξανά στο λαγούμι τους. Οπότε και οι λιγοστές κότες που ο ερημίτης αυτός κατέχει, έχουν μονάχα ένα να φοβούνται, τον κόκορα και τον κορμό του ξύλου, στο κέντρο της αυτοσχέδιας αυλής, με το δρεπάνι καρφωμένο επάνω, να περιμένει το λαιμό τους. 


Του έχουν λείψει τα ταξίδια, το κορίτσι εκείνο στο κατάστημα ηλεκτρονικών, τα μιλκσεηκ, τα μπαστουνάκια μοτσαρέλας και οι μπύρες παρέα με τους ψαράδες γείτονες που κάποτε είχε, τα αντάλλαξε όλα με ένα πιάτο σούπα, νωχελικούς χειμώνες κι απογεύματα, τρώγοντας πάνω σε μια παλιά τηλεόραση, που δεν χρειάζεται πια να κοπανά για να πιάσει σήμα η κεραία. Τα παράτησε όλα κι ήρθε εδώ, να ανέβει όσο ψηλά γίνεται, προετοιμάζοντας τον εαυτό του, για το τελευταίο σκαλοπάτι. 

Ένα απόγευμα Απρίλη


Περιπλανώμενος με μια πίτσα στο ένα χέρι, καθοδηγώντας με το άλλο το πατίνι μου, προς το στενό που θα με έβγαζε καρφί στην Ποσειδώνος, υπέμεινα, σαν να ήταν αιώνια, τα αυτοκίνητα που έτρεχαν σαν τρελά,  προσπαθώντας ίσως να προλάβουνε την απαγόρευση. 

Κάθησα σε ενα παγκάκι, αγχωμένος πως η πεπερόνι μου θα πάγωνε, παρατηρώντας κι άλλους μοναχικούς ανθρώπους στα διπλανά να ρεμβάζουν μπροστά στη θάλασσα. 

Μια παρέα γλάρων είχε βρει το στέκι της στο κέντρο της θάλασσας, που χωρίζει την ακτή της Λεωφόρου Ποσειδώνος, από τα ψηλά βουνά της Σαλαμίνας, που αχνοφαίνονται στον ομιχλώδη ορίζοντα. Τσαλαβουτώντας γύρω από ένα βράχο, έμοιαζαν να παίζουν μουσικές καρέκλες. 

Τους ζηλεύω, είναι όλοι μαζί, όχι μόνο πετούν ελεύθεροι και τρώνε τα πάντα με ευκολία, όχι μόνο τα βλέπουν όλα από ψηλά, σαν δρόνοι, καταγράφοντας πρωτόγνωρες εικόνες, που δεν θα ελέγξει ποτέ κανείς. Αλλά παίζουν όλοι μαζί, φωνάζουν δυνατά, πετούν νερά και σάλια, δίχως φόβο κι αποστάσεις. 

Πίσω μου δεκάδες έφηβοι με μάσκες επιστρέφουν από τη μεγάλη βόλτα, ανά δύο ανά τρείς. Με τις μάσκες να μοιάζουν δεύτερο δέρμα πια, το χαμόγελό τους δεν κρύβεται, η ανάγκη τους για έκφραση διαγράφεται έντονα, μέσα από τη μάσκα, σαν ξεπατικοτούρα του δημοτικού, σε τσιγαρόχαρτο. Ανακατέλαβαν τις πλατείες, τα σκαλοπάτια των εκκλησιών γεμάτα μπύρες, στα στενά μυρίζει κάτουρο. Γέλια από παντού, απρόσεκτοι διασχίζουν τρέχοντας τη λεωφόρο, παγώνουν μπροστά σε ένα σπορ αυτοκίνητο που τους κάνει δρόμο. Όλοι προσπαθούν να προλάβουν να γυρίσουν, πριν σταματήσουνε κι απόψε όλα, που ήδη έχουν σταματήσει. 

Σουρουπώνει και βγάζει ψύχρα, το σβέρκο μου παγώνει. Επιμένω να φορώ καλοκαιρινά, αδημωνόντας για το άνοιγμα, των θαλασσών, του καιρού και των μαγαζιών. Φορώ τη μάσκα για να με ζεσταίνει. Τα στογονίδια των κυμάτων κολλάνε πάνω της και μια μυρωδιά από τηγανιτές πατάτες κατακλύζει τον αέρα. 

Τα στογονίδια της βροχής που ποτίζουν το χώμα, τα σταγονίδια του "κόβιντ νάιν-τίν" που λιπαίνουν με πτώματα τη γη. 

Το Ξυλόκαστρο των 90s (+photoreport)



 Το Ξυλόκαστρο είναι μια πόλη για διακοπές συνταξιούχου. Αν έχεις χορτάσει νυχτερινή ζωή στην Αθήνα, αποτελεί ιδανικό προορισμό για αποτοξίνωση, αλλά και για όσους νοσταλγούν τη δεκαετία του 1990. Στο παρελθόν που η παλαιά εθνική οδός έσφυζε από ζωή, ενώ τα καράβια έκαναν ώρες ατελείωτες να σε μεταφέρουν στα νησιά, όλοι οι μεσοαστοί Αθηναίοι κατέβαιναν εκεί έστω για δυο μέρες. Μέχρι και ιστορικό club της Αθήνας είχε ανοίξει παράρτημα καλοκαιρινό εκεί. Με το ΠΑΣΟΚ χτίστηκαν σοσιαλιστικά, πολυώροφα τερατουργήματα, με αντιπαροχή, για να αντεπεξέλθουν στον αυξανόμενο αριθμό επισκεπτών. Σήμερα στα μισά ζούνε μόνο φαντάσματα, ενώ ακόμα και πολλά όμορφα εξοχικά έχουν εγκαταλειφθεί. Εκεί παραθέριζαν τους θερινούς μήνες ο Βλάσσης Μπονάτσος, ο Ασλάνης και άλλα μέλη της showbiz του '90, ακόμα και η Ρένα Δούρου εκεί περνούσε τα νεανικά καλοκαίρια της.

Σήμερα μαζεύονται Ρωσόφωνοι τουρίστες που περνούν οικογενειακά, αλλά και διάφοροι ξέμπαρκοι, γαλλόφωνοι που βρίσκουν το δρόμο ερχόμενοι από τον ισθμό.

Το κέντρο  βρίσκεται γύρω από την εκκλησία του Άγιου Βλάση, αλλά οι καφετέριες για τη νεολαία έχουν μαζευτεί στο τέλος της παραλιακής οδού, οι οποίες μάλιστα είναι διακοσμημένες με εξαιρετική ρετρό αισθητική. Λίγο πριν υπάρχει ένα σουβλακερί παραλιακό που σε σχέση με τα υπόλοιπα είναι το καλύτερο. Στην γωνία των οδών Ηρώων και Ιωάννου υπάρχει το Bistrot, 24ωρο delivery, που ενώ καθόλου δεν γεμίζει το μάτι έχει τις καλύτερες επαρχιακές πίτσες, μακαρονάδες, περνάνε όλα τα τεκνά της πόλης, ενώ οι υπάλληλοι ήταν πάντα τόσο φιλικοί, αφού κάθε πρωί πηγαίναμε αγουροξυπνημένοι και μας έφτιαχναν το καφέ μας δίχως καν να τους πούμε τι θέλουμε.

Οι γύρω γειτονιές έχουν όμορφα γραφικά σπιτάκια, παλιά αρχοντικά, μπακάλικα και οικήματα από τον προηγούμενο αιώνα, αλλά το πιο όμορφο μέρος για βόλτα είναι το πευκόδασος. Τα μονοπάτια του οδηγούν στην παραλία και στη μια άκρη βρίσκεται ένα πολυτελές ξενοδοχείο, χτισμένο γύρω από την ιστορική βίλα του ποιητή Άγγελου Σικελιανού.

Το πιο αξιοσημείωτο αξιοθέατο της περιοχής όμως είναι η Παναγία Φανερωμένη, ένα καρακίτς μεταλλαγμένο κτήριο, που μοιάζει με υβρίδιο αρχαιοελληνικού ναού και Βυζαντινής εκκλησίας.

Το πιο όμορφο στο δήμο Ξυλοκάστρου όμως είναι ότι με το αμάξι παίρνεις την παλιά εθνική και τραβάς για Κάτω Πίτσα, Λυκοποριά και Δερβένι, υπέροχα παραθαλάσσια και γραφικά χωριά με πανέμορφα παραδοσιακά διώροφα σπίτια. Υπάρχει και το χωριό Συκιά, επίσης κατά μήκος της θάλασσας, με ταβέρνες και καφετέριες πάνω στην παραλία και οργανωμένη πλαζ από κάτω. Εκεί βρίσκεται και ένα όμορφο Οθωμανικό που ερείπιο που διατηρείται, ο πύργος του Μπέη. Οι τιμές στη περιοχή σε γενικές γραμμές είναι πολύ καλές.



Βόλτα από την παλιά διαδρομή εθνικής οδού Αθηνών-Κορίνθου +phototrip

Στα ταξίδια με το αυτοκίνητο ο προορισμός δεν είναι ποτέ ο στόχος. Σκοπός είναι το ταξίδι. οι μικρές στάσεις από την παλιά εθνική. Περνώντας τα κιόσκια των ψαράδων με τα οστρακοειδή, περπατώντας για λίγο στους Αγίους Θεοδώρους να χαζέψει κανείς τους ντόπιους, ειδικά τους θερινούς μήνες όπου η κίνηση στην παραλία της Κινέτας είναι μεγάλη, όπως και στη Νέα Πέραμο που κυκλοφορούν φαντάροι.
Ύστερα μια φωτογραφία στον ισθμό και ίλιγγος. Πιο κάτω θα συναντήσει κανείς την ταβέρνα του Αγιάννη, στο δρόμο προς Κόρινθο χωρίς διόδια, όπου σταματάς οπωσδήποτε για γουρουνοπούλα, έστω μισό κιλό.

Από το Ξυλόκαστρο, που παραθερίζει η Ζωζώ Σαπουντζάκη μέχρι τη Λυκοποριά η διαδρομή γίνεται ακόμα πιο υπέροχη, από τη μια μεριά η θάλασσα κι από την άλλη τα βουνά που όταν πέφτει ο ήλιος φαίνονται μεγαλοπρεπή και παραμυθένια, όπως και τα μικρά πετρόχτιστα σπίτια κατά μήκος του γραφικού δρόμου. Εκεί παραθέριζε όλο το αφάν γκατέ των 90s, από τον Βλάσση Μπονάτσο μέχρι τον Ασλάνη, εκεί μεταφερόταν τα καλοκαίρια το θρυλικό club Privelege. 
Φυσικά εκείνη την περίοδο η περιοχή άκμαζε για διάφορους πρακτικούς λόγους, όπως το ότι η περιοχή ήταν εύκολα προσβάσιμη και σε κοντινή απόσταση από την Αθήνα, δεν υπήρχαν μεγάλοι αυτοκινητόδρομοι, ενώ τα πλοία που μετέφεραν κόσμο στα νησιά έκαναν ατέλειωτες ώρες. Οπότε ο Αθηναίος που προτιμούσε να δραπετεύσει για ένα σαββατοκύριακο θα πήγαινε προς Ξυλόκαστρο, όπως το 1950 που έφευγε από το κέντρο της Αθήνας και τραβούσε με την καρότσα μέχρι το μακρινό, για τα δεδομένα της εποχής, Λαύριο να παραθερίσει για λίγες καλοκαιρινές μέρες.

Από την παλιά εκδρομή μπορεί κανείς να σταματήσει στο Διακοπτό και να πάρει το τελεφερικ για Καλάβρυτα, που κοστίζει βέβαια γύρω στα 20 ευρώ, να ψωνίσει τοπικά χειροποίητα προϊόντα όπως χυλοπίτες από βατόμουρα. Ύστερα υπάρχει και η γνωστή σε κάθε μικροαστό Ακράτα με τη γραφική παραλία της, όπου αν πετύχεις γιορτινές μέρες, όπως το Πάσχα που το κοινό εκκλησιάζεται, θα συναντήσεις πολύ κόσμο και βαβούρα.

Αν σε κόψει η πείνα μέχρι να φτάσεις Αίγιο, θα σταματήσεις σε όποιο σουβλατζίδικο έχει απέξω νεαρούς με μηχανές, αλλά θα κατέβεις να το φας στον παραλιακό δρόμο που βρίσκονται και τα ερειπωμένα εργοστάσια σταφίδας. 

Η διαδρομή μέχρι το Ρίο είναι εξίσου όμορφη, με μέρη να ανακαλύψεις, μικρούς οικισμούς όπως ο Ψαθόπυργος και μυστικές παραλίες που αράζουν οι ντόπιοι, από Κάτω Ροδινή μέχρι Παναγούλα. 

Στο Ριο βρίσκονται τα καλοκαιρινά clubs της Πάτρας που προσελκύουν φοιτητές μέχρι τον Ιούνιο και ύστερα τους ντόπιους. Για να περάσεις τη γέφυρα είναι καλύτερα να πάρεις φέρυ μποτ με 6 ευρώ αντι για 12. Εκεί θα πάρεις φωτογραφίες με γλάρους και τη γέφυρα, ενώ μπορείς να επισκεφτείς και τον αρχαιολογικό χώρο του Βυζαντινού φρουρίου που βρίσκεται εκεί.  



Μια βόλτα στο Άμστερνταμ (+photoreport)

Σαν το παραμύθι Χάνσελ και Γκρέτελ, το Άμστερνταμ είναι η χαρά του ξέγνοιαστου τουρίστα, αν δεν κρυώνει, αν έχει μπόλικο χρήμα για ξόδεμα, αν μείνει παραπάνω από 5 ημέρες για να μην χάνεται, μπερδεύοντας τις δαιδαλώδεις, πανομοιότυπες, γειτονιές, με τα ίδια κτήρια και γεφύρια. Μοναδική αρχιτεκτονική με σπίτια που μοιάζουν σαν ζαχαρωτά, την οποία όμως μπορεί κανείς να συναντήσει και σε άλλες γειτονικές χώρες. 


Αν και μιλάνε αγγλικά ακόμα και οι γιαγιάδες που εργάζονται στα εκδοτήρια των σταθμών, η σήμανση μου φάνηκε απαράδεκτη, για μια τόσο τουριστική πόλη. Οι ταμπέλες είναι μεν σε λατινικό αλφάβητο αλλά όχι στα αγγλικά, η γλώσσα αυτή δύσκολα διαβάζεται, μια λέξη μπορεί να περιέχει 10 σύμφωνα και 5 φωνήεντα μόνο. "Ξααλσταγγκαντζνατ" δεν ξέρω τι σημαίνει αλλά μόνο μέχρι εκεί κατάφερνα να διαβάζω, ενώ στο τέλος η προφορά μου φαινόταν στους ντόπιους ακατανόητη. Το ίδιο όνομα μπορεί να είχε μια γειτονιά, η οδός, η πλατεία η περιοχή ολόκληρη κι άντε να βγάλε άκρη!

ΠΕΣ ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΝ / Το στρουμφόσπιτο της τέχνης +photoreport

Ο Γαβριήλ και η Γωγώ Μιχάλη εδώ και μερικά χρόνια κατοικούν, μαζί με μια σκυλίτσα που κοιμάται αγκαλιά με δύο πονηρές και παχουλές γάτες, στα Καλύβια Θωρικού.

Τους ζηλεύω γιατί έχουν δημιουργήσει έναν ξεχωριστό πολυχώρο, στον οποίο πραγματοποιούνται από εκθέσεις καλλιτεχνών και εκδηλώσεις πρεσβειών, μέχρι γιορτές κρασιού. Εκεί τους επισκέπτονται οι φίλοι και οι ενδιαφερόμενοι, για καφέ ή για αποκριάτικα πάρτι. 


Με μια μεγάλη εξωτερική αυλή, γεμάτη πράσινο και μποστάνια, που συνεχώς εμπλουτίζεται με γλυπτά, κάδρα ζωγραφικής, διαφόρων Ελλήνων και ξένων, σημαντικών, όσο και φίλων, καλλιτεχνών.


Ο μυστικός αυτός χώρος τέχνης βρίσκεται στην κεντρική πλατεία της εκκλησίας Ευαγγελιστρίας. Τουλάχιστον 600 αυθεντικά έργα Ελλήνων καλλιτεχνών, εκτίθενται και πωλούνται εκεί, από 150 μέχρι 15.000 ευρώ, ενώ οι συλλογές χρονολογούνται από το 1948 μέχρι το 2016!

Άνδρος +Photoreport

Η Άνδρος φαίνεται να είναι ένα νησί μεσοαστών, με εφοπλιστές να κατεβαίνουν από το Λονδίνο για τριήμερο και να προσγειώνονται με ελικόπτερα. Δεν θέλουν όμως τουρισμό, γιαυτό και οι λακκούβες στους στενούς δρόμους μετράνε δεκαετίες. Αν γινόταν πόλεμος σίγουρα θα παρέμενε στην Ελλάδα, μόνο δυό ώρες από το λιμάνι της Ραφήνας.
Αισθάνθηκα το μέρος γνώριμο, καθώς έχω επισκεφτεί και την Τήνο.
Το λιμάνι του Γαυρίου μοιάζει με ψαροχώρι που εξαναγκάστηκε να φιλοξενεί σύγχρονα πλοία.

Κατά μήκος του δρόμου διαφημίζεται πολύ το real estate. 
Το σπίτι που έμεινα ήταν εντελώς διαφήμιση Total 0% και στο μυαλό μου κόλλησε "η ζωή που περνάει και χάνεται" του Σπανουδάκη. Φυσικά κάποιοι διαμαρτύρονταν για το ζεστό νερό, ενώ άλλοι για τα μαμούνια.

Το ηλιοβασίλεμα, αν βρίσκεται μπροστά σου μια πισίνα που βλέπει θάλασσα, δεν έχει να ζηλέψει κάτι από Θήρα, ούτε από τις βίλες κουτάκια της Μυκόνου.
Ο καιρός την πρώτη μου μέρα ήταν μουντός, οι λιγοστές ακτίνες που έπεφταν στο γρασίδι, διαχωρισμένο από πετρόχτιστες μάντρες, τόνιζαν έντονα το πράσινο χρώμα.
Πρωτεύουσα θεωρείται η "Χώρα", που μου θύμησε την Κέρκυρα, με αρχοντικά χτισμένα σχεδόν πάνω στα ερείπια του παραθαλάσσιου Ενετικού κάστρου. 
Πλακόστρωτα στενοσόκακα οδηγούν στην παραλία, που για να ξανανέβεις σκαρφαλώνεις αμέτρητα σκαλοπάτια, λαξευμένα στο βράχο.